Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Ιερομόναχος Γαβριήλ Κουντιάδης


  
      Ο ιερομόναχος Γαβριήλ Κουντιάδης (κατά κόσμον Γεώργιος Κούντιος) γεννήθηκε το 1875 ή 1876 στο χωριό Σουμπάσκιοϊ (σημερινό Νέο Σούλι) των Σερρών από φτωχική οικογένεια. Ήταν ο μοναχογιός από τα τρία παιδιά του Κωνσταντίνου και της Ελένης Κούντιου. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη δημοτική σχολή του χωριού του, που τότε στεγαζόταν σε οίκημα δίπλα από την κεντρική εκκλησία, για 5 χρόνια (1883-1888) από τον δάσκαλο και ψάλτη Κωνσταντίνο Ζαγορίτη, καταγόμενο από την Ήπειρο.
       Όταν έγινε 17 ετών, άφησε τα εγκόσμια, πήγε στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και φοίτησε στην τότε περίφημη Ιερατική Σχολή της, όπου κι εκάρη μοναχός με το όνομα Γαβριήλ. Ευτύχησε να έχει πνευματικό του δάσκαλο και καθοδηγητή τον τότε Ηγούμενο της Μονής Χριστόφορο Δημητριάδη, η προσωπικότητα του οποίου είχε πολύ μεγάλη επίδραση στο νεαρό μοναχό Γαβριήλ. Κοντά του έμαθε τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, τους Πατέρες της Εκκλησίας, την Ελληνική Χρηστομάθεια καθώς και τη Βυζαντινή Μουσική. Σαν ιερομόναχος κατείχε σχεδόν μόνιμα τη θέση του βιβλιοθηκάριου της Μονής κι έφτασε μέχρι το αξίωμα του Αρχιμανδρίτη.
        Ως βιβλιοθηκάριος της Μονής κατέγραψε τα βιβλία της πλούσιας βιβλιοθήκης, ταξινόμησε τους κώδικες, τα χρυσόβουλα και τα ειλητάρια, προτού λεηλατηθούν από τους Βουλγάρους και μεταφερθούν στη Σόφια.
       Κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής κατοχής, το πρωινό του 1917 έκπληκτοι οι κάτοικοι του Νέου Σουλίου  άκουσαν τον δημόσιο κήρυκα, που γύριζε από μαχαλά σε μαχαλά, να λέει: "Κατά διαταγή της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως, όλοι οι άνδρες του χωριού από 17-60 ετών πρέπει να παρουσιαστούν στο δημοτικό σχολείο (στο χώρο που στεγάζεται σήμερα το γυμνάσιο), για να σταλούν στη Βουλγαρία ως όμηροι. Οι παραβάτες θα παραπέμπονται στο στρατοδικείο." Η ίδια διαταγή ακουγόταν σ ’όλα  τα χωριά της Αν. Μακεδονίας, στην πόλη των Σερρών αλλά και στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. 
      Το δρόμο της εξορίας πήρε και ο π. Γαβριήλ Κουντιάδης μαζί με το μοναχό Θεοδωρίδη Χρυσόστομο. Οι παραπάνω συνελήφθησαν στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου από Βούλγαρους οπλοφόρους στις 27 και 28-06-1917. Οι Βούλγαροι είχαν εκτοπίσει τους ιερωμένους του νέου Σουλίου, όπως και όλους τους ιερείς της Αν. Μακεδονίας (συνολικά 213), στο Σεβλίεβο της Βουλγαρίας με την υπόσχεση ότι θα είναι ελεύθεροι. Δύο μήνες αργότερα όμως με τη δικαιολογία ότι η παρουσία Ελλήνων ιερέων που κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην πόλη φανατίζει και εξοργίζει του Βουλγάρους, συλλαμβάνονται, κλείνονται μέσα σε στάβλους για πέντε μήνες και στη συνέχεια αποστέλλονται σε καταναγκαστικά έργα. Άλλοι σκάβουν δρόμους ή σπάζουν πέτρες, άλλοι δουλεύουν σε πλούσιους ιδιοκτήτες και άλλοι καθαρίζουν στάβλους και αποπάτους. Για 16 συνολικά μήνες ταπεινώνονται και εξευτελίζονται με ημερήσια τροφή 200 γραμμάρια ψωμί και λαχανόζουμο.  
     Στη διάρκεια της ομηρίας του ο Ιερομόναχος Γαβριήλ Κουντιάδης, παρά τις κακουχίες που πέρασε, όχι μόνο επέζησε χάρη στη μεγαλοθυμία κάποιου μάγειρα τουρκαλβανού (Κιαμήλ Μπαϊράμ), ο οποίος γνώριζε και αγαπούσε τις Σέρρες και το Μοναστήρι, αλλά είχε το κουράγιο να μελοποιήσει ύμνους (όπως το άξιον Εστί) και ν’ ασχοληθεί με τη μελέτη και έρευνα της Βυζαντινής μουσικής. Επιπλέον έγραψε  ένα τραγούδι - θρήνο για τους ομήρους, το οποίο αρχίζει ως εξής:

« Τι κακό μας ήρθε, μάνα μ’, τι κακό μας βρήκε,
Τι κακό μας βρήκε όλους, μανούλα μ’,
Τι τύχη μας τύχη να δουλεύω σκλάβος
μέσα στους Βουλγάρους.»

       Επέστρεψε από την ομηρία τον Οκτώβριο του 1918 ύστερα από δραματική περιπέτεια 15 μηνών μαζί με όσους μοναχούς επέζησαν στο λεηλατημένο και καταρημαγμένο Μοναστήρι. Εκεί συνέχισε τον μοναχικό του βίο αθόρυβα, μελετώντας, ψάλλοντας ή συγγράφοντας μέχρι την επόμενη Βουλγαρική κατοχή του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου (1941-44). Τότε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μονή, όπως κι όλοι οι άλλοι μοναχοί, κι έγινε ηγούμενος της Μονής της Αγίας Αναστασίας, στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης έως το 1945, όπου πρόσφερε κι εδώ τις πνευματικές του υπηρεσίες ως Ηγούμενος, ως ιεροψάλτης κι ως δάσκαλος στην εκκλησιαστική Σχολή.
      Επανήλθε στη Μονή Τιμίου Προδρόμου μετά την απελευθέρωση από τη Βουλγαρική Κατοχή αλλά δεν μπόρεσε να μείνει για πολύ. Δεν άντεξε να βλέπει τους κτιριακούς χώρους της κατεστραμμένους και επί πλέον να έχει τις συχνές επιδρομές των ανταρτών του βουνού κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Γι’ αυτό έφυγε με μεγάλο πόνο ψυχής, με την άδεια του τότε Μητροπολίτη Σερρών κι εγκαταστάθηκε στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής στην πόλη των Σερρών, αφού πιο πριν είχε υπηρετήσει ως εφημέριος σε διάφορα χωριά, όπως Πεπονιά, Νέο Σούλι, Άγιο Χριστόφορο κ.ά.
    Επανήλθε και πάλι στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, όπου αποδήμησε εις Κύριον τον Ιανουάριο του 1966 σε ηλικία 91 ετών, μάλλον από καρδιακή προσβολή.
     Πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ανάμεσα στο κελί του και στην πλούσια  Βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου προτού λεηλατηθεί από τους Βουλγάρους. Είναι ο μόνος που κατέγραψε τα πολύτιμα κείμενα, ταξινόμησε τους κώδικες της Μονής, τα χρυσόβουλα και τα ειλητάρια της βιβλιοθήκης από τη θέση του βιβλιοθηκάριου και του γραμματέα της Μονής, θέσεις τις οποίες υπηρέτησε με πάθος.
    Το πνευματικό έργο του Προδρομίτη γέροντα υπήρξε ποταμός σοφίας και επιμονής. Δυστυχώς λόγω δυσμενών συγκυριών έμεινε ανέκδοτο και χάθηκε. Σε όλη του τη ζωή προσφιλή αντικείμενα μελέτης, έρευνας και γραφής υπήρξαν η λαογραφία, η ιστορία, η αρχαία και εκκλησιαστική γραμματολογία και η πλούσια βυζαντινή μουσική. Το πνευματικό του έργο, διατήρησε σε υψηλή στάθμη την πνευματικότητα της Ιεράς Μονής.


Για να τιμήσει τη μεγάλη προσφορά του στον τόπο το Κοινοτικό Συμβούλιο του Νέου Σουλίου με την αριθ. Πρωτ. 35/1992 απόφασή του δίνει το όνομα του ιερομονάχου Γαβριήλ Κουντιάδη σε οδό του χωριού. Αναφέρεται σχετικά:

"... σαν μικρή απόδειξη σεβασμού και τιμής στο όνομα και το έργο του ιερομονάχου που τόσα προσέφερε στην Κοινότητά μας, στο Νομό Σερρών και στην Πατρίδα μας...,



αποφασίζει ομόφωνα

Ονομάζει την οδό την αρχομένη από την πλατεία Αγίου Γεωργίου μέχρι και της οικίας Χρήστου Δαμάσκου σε οδό Ιερομονάχου ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΟΥΝΤΙΑΔΗ".



ΠΗΓΕΣ


  • Αναστάσιος Μπέγκος, Ο ιερομόναχος Γαβριήλ Κουντιάδης, ένας αυτοδίδακτος σοφός, Σερραϊκά Χρονικά, τ. 10ος, σελ 161-168.
  • Αναστάσιος Μπέγκος, Νεοσουλιώτες Όμηροι Βουλγάρων 1917-18, Ανάτυπο από τον 15ο τόμο των Σερραϊκών Χρονικών, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρία Σερρών- Μελενίκου, Αθήνα 2004.
  • Γεώργιος Κόκκινος, Νέο Σούλι Σερρών (Σουμπάσκιοϊ), Ιστορία – Λαογραφία, Σέρρες 1998.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019

Το χρονικό των κλεμμένων χειρογράφων της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου

           Το σύνολο των χειρόγραφων κωδίκων και εντύπων της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου φυλασσόταν έως το έτος 1917 στον περίκλειστο βυζαντινό πύργο της Μονής, οχυρό κτίσμα του 1500, που μετασχηματίσθηκε, μετά από μια ριζική ανακαίνιση το 1856, σε βιβλιοθήκη. Οι Βούλγαροι, στα πλαίσια ενός σχεδίου αφελληνισμού της περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας, εξουσιοδότησαν τον τσεχικής καταγωγής βουλγαρόφιλο δημοσιογράφο – μελετητή Vladimir Sis να επισκεφθεί και υπό το πρόσχημα της μελέτης των Βυζαντινών Μνημείων της Ανατολικής Μακεδονίας να καταγράψει αρχαιότητες και κειμήλια της περιοχής. Το δόλιο αυτό σχέδιο της λεηλασίας των πολιτιστικών και εκκλησιαστικών θησαυρών της Ανατολικής Μακεδονίας, το οποίο φαίνεται ότι εκπονήθηκε από το Γενικό Επιτελείο του Βουλγαρικού Στρατού, έγινε γνωστό στο Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας μας με απόρρητη έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας του Βερολίνου στις 9 Φεβρουαρίου του 1917. Στις 23 Ιουνίου του 1917, κατά την διάρκεια της νέας βουλγαρικής κατοχής της περιοχής, ένα Βουλγαρικό απόσπασμα, με τριάντα οπλοφόρους υπό τις διαταγές του υπολοχαγού Πετρώφ, κατέλαβε βιαίως την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών. Μετά από απειλές και βασανισμούς των πατέρων της Μονής, οι ένοπλοι Βούλγαροι στις 27 Ιουνίου του 1917 εκτόπισαν τους συνολικώς ένδεκα πατέρες στην Βουλγαρία και στις 28 και 29 του ίδιου μήνα, με οδηγό τις καταγραφές των κειμηλίων και των χειρογράφων που είχε συντάξει ενωρίτερον ο μελέτητης Vladimir Sis, λεηλάτησαν την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου.
  Συμφώνως προς την καταγραφή του Επισκόπου Καμπανίας Διοδώρου, κατά εκείνο το χρονικό διάστημα Τοποτηρητού της χηρευούσης Ιεράς Μηρτοπόλεως Σερρών, εκλάπησαν από την βιβλιοθήκη της Μονής 313 χειρόγραφα χειρόγραφα, ήτοι 100 χειρόγραφα σε μεμβράνη, 200 χειρόγραφα χαρτώα, 4 χρυσόβουλλα βυζαντινών αυτοκρατόρων, 5 πατριαχρικά σιγίλλια και 4 αρχαίοι κώδικες. Η σπουδαία αυτή καταγραφή του Επισκόπου Διοδώρου επιβεβαιώνεται και από τον Προδρομίτη ιερομόναχο Γαβριήλ Κουντιάδη, αυτόπτη μάρτυρα των τραγικών γεγονότων, αλλά και από καταγραφές της βιβλιοθήκης της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου, με μικρές μόνο διαφοροποιήσεις στον συνολικό αριθμό των χειρογράφων, που σε χρόνο ανύποπτο έκαναν διάφοροι έγκριτοι μελετητές, ως οι: Κωνσταντίνος – Μηνάς Μινιώδης, Πέτρος Παπαγεωργίου, Χριστόφορος Δημητριάδης (άδελφός της μονής), C. R. Gregory, Ευάγγελος Στρατής και Κωνσταντίνος Ζησίου. Όμως, πέρα αυτών των μαρτύρων, αυτός ο ίδιος ο Vladimir Sis επιβεβαιώνει την προσχεδιασμένη αφαίρεση των χειρογράφων και κειμηλίων της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου με τον κατάλογο των κλοπιμαίων που συνέταξε στο μεσοδιάστημα 1917 – 1923. Στον <Κατάλογο των Ελληνικών χειρογράφων της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών>, που σήμερα βρίσκεται στην Σόφια, στο <Αρχείο Κέντρου Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev> ο Vladimir Sis περιγράφει 537 περγαμηνά και χαρτώα χειρόγραφα που προέρχονται από τις βιβλιοθήκες των ιστορικών μοναστηριών του Τιμίου Προδρόμου Σερρών και της Εικοσιφοινίσσης.
  Επιπροσθέτως, σημειώνεται ότι από τους σημαντικότερους Κώδικες της Μονής ήσαν οι δύο αρχαίοι Κώδικες της, γνωστοί ως Συλλογή Α και Συλλογή Β. Η Συλλογή Α περιείχε το πρώτο Τυπικό της Μονής και 14 αντίγραφα από χρυσόβουλλα, αυτοκρατορικά προστάγματα και πατριαχρικά σιγίλλια. Ο Κώδικας αυτός που εκλάπη το 1917, τελικά εντοπίστηκε στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη της Πράγας με αρίθμηση XXVC9. Η συλλογή Β περιέχει εκκλησιαστίκα κείμενα και έγγραφα χρονολογημένα από το 1279 έως και το 1800. Σήμερα βρίσκεται στην Σόφια της Βουλγαρίας στην βιβλιοθήκη του Κέντρου Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev με αριθμό D 80. Τα κλεμμένα χειρόγραφα των Ιερών Μονών της Ανατολικής Μακεδονίας – Τιμίου Προδρόμου και Εικοσιφοινίσσης – από το 1920 άρχισαν να εμφανίζονται σε διάφορες αγορές ευρωπαϊκών πόλεων. Το 1927 ο καθηγητής A. Erhart, βοηθός του K. Krumbacher, απέδειξε, με υλικό από μελέτες που είχε κάνει το 1918 στην Βουλγαρία, πάνω στα χειρόγραφα των ιστορικών Μονών, ότι στις κρατικές βιβλιοθήκες της χώρας αυτής υπήρχαν τα παρανόμως αφαιρεθέντα χειρόγραφα των Μονών της Ανατολικής Μακεδονίας.
  Στις 27 Νεομβρίου του 1919 στην κωμόπολη της γαλλικής πρωτευούσης Neuilly, υπεγράφη η ομώνυμος συνθήκη που επισήμως εσήμανε το τέλος της Βουλγαρικής συμμετοχής στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο (1914 – 1918). Τα άρθρα 125 και 126 υπεχρέωναν την ηττηθείσα Βουλγαρία να επιστρέψει στην Ελλάδα τα κλεμμένα χειρόγραφα, τους κώδικες και τα αρχεία των Μονών, τις διάφορες αρχαιότητες, καθώς και τα εκκλησιαστικά κειμήλια.
  Σε εφαρμογή των άρθρων της συνθήκης Neuilly, τον Μάιο του 1923 Ελληνική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Έφορο Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκο Γ. Σωτηρίου επήγε στη Σόφια και παρέλαβε σε προσυσκευασμένα κιβώτια τα κλεμμένα κειμήλια από τις Ελληνικές Μονές της Ανατολικής Μακεδονίας. Μέσα σε αυτά υπήρχε ένας αριθμός περγαμηνών και χαρτώων Κωδίκων που προερχόταν απο την βιβλιοθήκη του Τιμίου Προδρόμου Σερρών.
  Η γείτων χώρα θεωρώντας πως είχε εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις που απέρρεαν από την συνθήκη του Neuilly (1919), έκτοτε, και εώς το 1990, αρνούνταν πεισματικά την ύπαρξη Ελληνικών χειρογράφων στις Πανεπιστημιακές και κρατικές βιβλιοθήκες της. Τον Αύγουστο όμως του 1990 το Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev οργάνωσε ένα διεθνές συνέδριο με θέμα τις αρχές και τις μεθόδους καταλογογραφήσεως των Ελληνικών χειρογράφων. Στο συνέδριο αυτό απεκαλύφθη αυτό που επί χρόνια, και σε πείσμα της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, ηρνείτο η Βουλγαρία, πως, δηλαδή, τα κλεμμένα χειρόγραφα των ιστορικών Μονών της Ανατολικής Μακεδονίας βρίσκονταν σχεδόν όλα στο Ίδρυμα του Κέντρου Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev. Μετά από αυτήν την αποκάλυψη, τον Φεβρουάριο του 1991 το Δημοτικό Συμβούλιο των Σερρών σε συνεργασία με την τοπική μας Εκκλησία εζήτησε με ψήφισμά του επισήμως την επιστροφή των κλεμμένων χειρογράφων, ως πράξη, από την πλευρά της Βουλγαρίας "καλής γειτονίας" χωρίς βεβαίως αποτέλεσμα. Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε λίγο αργότερα η τοπική μας Εκκλησία, όταν τον Μάιο του 1992 συνδιοργάνωσε Επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα "Χριστιανική Μακεδονία – Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών", και μεταξύ των άλλων εισηγήσεων, οι Σύνεδροι συζήτησαν εκτενώς και το θέμα των κλεμμένων χειρογράφων της Εκκλησίας των Σερρών.
  Από το σύνολο των χειρογράφων που επεστράφηκαν στην Ελλάδα, σήμερα, στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών και στο τμήμα των χειρογράφων βρίσκονται 236 χειρόγραφα, εκ των οποίων τα 37 είναι περγαμηνά Α μεγέθους, τα 14 περγαμηνά Β μεγέθους, τα 29 περγαμηνά Γ μεγέθους, ενώ τα υπόλοιπα 156 είναι χαρτώα Α και Β μεγέθους, Στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών βρίσκονται 4 περγαμηνά χειρόγραφα Γ μεγέθους και 1 χαρτώο χειρόγραφο Α μεγέθους. Τα έντυπα βιβλία της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, μετά την επιστροφή τους, μοιράσθηκαν σε διάφορες βιβλιοθήκες, ήτοι: 47 στην Εθνική βιβλιοθήκη, 40 στην βιβλιοθήκη του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, ενώ από το σύνολο των βιβλίων που κατετέθησαν στην βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων 302 βιβλία δόθηκαν στην Δημόσια Βιβλιοθήκη των Σερρών.
  Από το σύνολο των 62 επιστραφέντων εκκλησιαστικών κειμηλίων (ιερές εικόνες, λειτουργικά σκεύη, θημιατήρια, κανδήλες, άμφια, σταυροί κ.λπ.), μικρής καλλιτεχνικής αξίας, καθόσον τα σπουδαία κειμήλια παρακρατήθηκαν από τους Βουλγάρους και επιδεικνύονται σήμερα ως έργα δικά τους, όπως έγινε π.χ. με την έκθεση που οργανώθηκε το 1996 στο Βερολίνο και στην Φρανκφούρτη με τίτλο "Χρυσό Μοναστήρι – 1100 χρόνια Χριστιανισμού στη Βουλγαρία", καθώς και σε Διεθνές Συνέδριο που διοργάνωσε το Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev, κατά την διάρκεια του οποίου, οι σύνεδροι ξεναγήθηκαν, ως αναγραφόταν στο πρόγραμμα, στα "χειρόγραφα της Συλλογής του Κέντρου Ivan Dujcev (11ου – 19ου αιώνος)", τα 51 κειμήλια εκτίθενται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, ελάχιστα στο Μουσείο Μπενάκη και 11 στο Μουσείο Χειροτεχνημάτων.
  Σήμερα στην βιβλιοθήκη του Κέντρου Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev από τους αφαιρεθέντες Κώδικες της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου Σερρών βρίσκονται και είναι δίκαιο να επιστραφούν στον φυσικό τους χώρο, 20 περγαμηνά χειρόγραφα Α, Β και Γ μεγέθους, καθώς και 21 χαρτώα χειρόγραφα Α μεγέθους, μεταξύ των οποίων με αρίθμηση D80 το Χαρτουλάριο Β δηλαδή, ο περίφημος Β αρχαίος Κώδικας της παλαιφάτου Μονής των Σερρών. Ακόμη, στην βιβλιοθήκη του Κέντρου Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev υπάρχουν 25 χαρτώα χειρόγραφα Β μεγέθους, μεταξύ των οποίων και ο αρχαίος Κώδικας που περιέχει το Τυπικό της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου με αρίθμηση D 184.

Θεολόγος (Αποστολίδης) Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης, Η "Οδύσσεια" των βιαίως αφαιρεθέντων ιερών Κειμηλίων της Εκκλησίας των Σερρών, ¨Ψυχής Άκος¨ Κειμήλια πίστεως και πολιτισμού της Εκκλησίας των Σερρών, Σέρρες 2017, σελ. 308-310.