Στις
28 και 29 Ιουνίου 1917 βουλγαρικό στρατιωτικό απόσπασμα μετά από Έκθεση του Vladimir Sis σύλησε το μοναστήρι του Τιμίου
Προδρόμου, αφαιρώντας χειρόγραφα και
κειμήλια τεράστιας ιστορικής και πολιτισμικής αξίας. Αφηγηθείτε
σε ένα κείμενο που προορίζεται για την ιστοσελίδα του σχολείου σας πώς
φαντάζεστε να διαδραματίστηκε η αρπαγή και η ερήμωση της μονής από τους
πολύτιμους θησαυρούς της.
23
Ιουνίου 1917. Ο Γαβριήλ Κουντιάδης, ιερομόναχος στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου
Σερρών, είχε σηκωθεί νωρίς, όπως έκανε άλλωστε καθημερινά, για τον Όρθρο. Το προηγούμενο βράδυ ένα κακό
όνειρο τον είχε θορυβήσει. Φίδια και ερπετά είχαν, λέει, ζώσει ολόγυρα το αγαπημένο του μοναστήρι, στο
οποίο είχε αποφασίσει να αφιερωθεί πριν από εικοσι πέντε ολόκληρα
χρόνια…Θυμήθηκε τότε τα λόγια του πρώτου Κτίτορα της Μονής , του Ιωαννίκιου,
όταν αντίκρισε , σαν πρωτοπήγε στους πρόποδες του Μενοικίου, την Εκκλησία του Βαπτιστή «πεπαλαιωμένην και
άσκεπον, θηρίοις και ερπετοίς οικητήριον». Μα σκέφτηκε καλύτερα , είπε από μέσα
του τη μονολόγιστη ευχή στον Κύριο , ζητώντας Του να απομακρύνει από τον νου
του τους λογισμούς εκ του πονηρού. Μόνο την καλή σκέψη του καλού Πατέρα,
Ιωαννίκιου, επέτρεψε στον εαυτό του να κρατήσει λίγο ακόμα νοερά στο μυαλό του,
πριν να πάει στη λειτουργία. Σκέφτηκε
πως με τον αγαθό αυτό πατέρα που έζησε τόσα χρόνια πριν από αυτόν, τον 13ο
αιώνα, είχαν ίσως κάποια σημεία κοινά. Πρώτα από όλα την καταγωγή. Ήταν και οι
δύο Σερραίοι. Αι Σέρραι… «το μέγα και θαυμαστόν άστυ» κατά τους Βυζαντινούς…Με
την ιστορία την πολυκύμαντη ανά τους αιώνες. Ο Γαβριήλ ήταν, βέβαια, από το
Σουμπάσκιοϊ, το Νέο Σούλι, ένα χωριό έξω από τας Σέρρας , με ανθρώπους νοικοκυραίους και ευσεβείς. Άλλη
ομοιότητά τους θα ήταν σίγουρα η αγάπη τους για τον Θεό και το όραμά τους για
το μοναστήρι. Από τα βυζαντινά χρόνια ο τόπος αυτός ήταν ακτινοβόλο κέντρο της
ορθόδοξης πίστης, με πλούσια πνευματική ζωή…
Μετά
τον Όρθρο ο Γαβριήλ κάθισε με τους αδελφούς του στην τράπεζα. Προσευχήθηκαν
στον Κύριο να ευλογήσει το φαγητό και το ποτό τους, έκαναν τον σταυρό τους και άρχισαν να τρώνε, δοξάζοντας τον Θεό.
Εύκολα , βέβαια, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει μια υποψία ανησυχίας στο
βλέμμα τους. Φήμες που πύκνωναν τις τελευταίες μέρες , αναφέρονταν στον δόλιο
ρόλο του Vladimir
Sis.
Τον ήξεραν. Τους είχε επισκεφθεί. Ήταν βουλγαρόφιλος τσεχικής καταγωγής. Τους είχε συστηθεί
ως αρχαιολόγος και μελετητής της ιστορίας. Τον ενδιέφερε
ιδιαίτερα η βυζαντινή περίοδος. Γνώστης της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας
και ιστορίας, είχε λάβει εντολή από τη βουλγαρική κυβέρνηση να καταγράψει τον
ιστορικό πλούτο της Ανατολικής Μακεδονίας. Για λόγους καθαρά επιστημονικούς,
ισχυριζόταν. Περνούσε από εκκλησίες
μοναστήρια και κατέγραφε κώδικες, χειρόγραφα , κειμήλια. Την προηγούμενη
χρονιά, από ό,τι είχαν μάθει, είχε επισκεφθεί τους Φιλίππους. Κάποιοι τον είχαν
τότε παρουσιάσει ως «τυμβωρύχο» και δεν
δίσταζαν να τον χαρακτηρίσουν ως τον νέο «Έλγιν» στα εδάφη της Μακεδονίας. Τι
να πιστέψει κανείς; Πλήθαιναν πάντως τον τελευταίο καιρό οι υποψίες
εις βάρος του Sis.
Kάποιοι
έλεγαν ότι ήταν εκείνος πίσω από τη λεηλασία της Εικοσιφοίνισσας. Ο ενορχηστρωτής
του χρονικού της φρίκης. Όταν ο αρχικομιτατζής Πανίτσας μπήκε ένοπλος με την
ομάδα του στο μοναστήρι του Παγγαίου. Κι ήταν Μεγάλη Δευτέρα, 27 Μαρτίου.
Εβδομάδα των Παθών. Λένε πως έκαιγαν βιβλία
πολλά, για να νομίσουν οι μοναχοί πως καταστράφηκαν όλα τα χειρόγραφα
και τα σεβάσματά τους. Παραπλανώντας έτσι τους γέροντες, φόρτωσαν σε δεκαοχτώ
ημιόνους ό,τι πολυτιμότερο βρήκαν, μετάξινους μανδύες, χρυσοκέντητους σάκκους,
στιχάρια, ωμοφόρια, ζώνες, σταυρούς με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια μέχρι
και λείψανα Αγίων. Τίποτα δεν υπολογίζουν οι Βούλγαροι…κι ας είναι λαός
ομόδοξος. Αυτό δεν τους εμποδίζει να κλέβουν, να σκοτώνουν, να καταστρέφουν.
Πριν τέσσερα χρόνια, το 1913, φεύγοντας νικημένοι από τις Σέρρες, αφού τελείωσε
ο Β΄ Βαλκανικός πόλεμος, έκαψαν την πόλη από άκρου εις άκρον. Για
εκδίκηση…Πόσοι ναοί κάηκαν εξαιτίας τους…Η Αγία Φωτεινή, η Αγία Παρασκευή…ούτε
τον περικαλλή Μητροπολιτικό ναό των Αγίων Θεοδώρων δε σεβάστηκαν. Πήραν, πριν
να τον καταστρέψουν, εξαπτέρυγα, εγκόλπια, ακόμα και το ξιφίδιο του Αγίου
Θεοδώρου του Τήρωνος με τον κολεό του…
Τα
μεσημέρια ο Γαβριήλ συνήθιζε να αποσύρεται στο κελλί του. Ξεκουραζόταν πριν από
τον εσπερινό. Η προσευχή του ήταν αδιάλειπτη, τα χείλη και τα χέρια με το
κομποσκοίνι δοξολογούσαν τον Κύριο. Από το ανοιχτό παράθυρο άκουγε τώρα το επίμονο
και ρυθμικό τραγούδι του τζίτζικα. Μόνο που δεν άργησε ένας δυνατός θόρυβος να διακόψει
τη γαλήνη του μεσημεριού… Ο χειρότερος φόβος των μοναχών φαίνεται πως γινόταν πράξη. Πράξη φρικτή που επαλήθευε
τις υποψίες τους. Αυτό που δεν άφηναν το μυαλό τους ούτε να το σκεφτεί, ερχόταν
με τη βία μπροστά στα μάτια τους. Το ζούσαν... Και δεν μπορούσαν να το
αποφύγουν… Τι να κάνουν αυτοί, δεκαεννέα άνθρωποι του Θεού, με μόνο όπλο την
αγάπη , μπροστά στο στίφος του μίσους; Τριάντα οπλισμένοι άνδρες , με όπλα
αληθινά, μπροστά τους, έτοιμοι να
επαναλάβουν το κακό του Παγγαίου…Αρχηγός τους ο Πετρώφ… άκουσαν που τον φώναζαν
οι στρατιώτες του. Αυτοί που εκτελούσαν τις εντολές του. Χωρίς ντροπή, χωρίς
αιδώ. Πατούσαν μοναστήρι…ούτε που νοιάζονταν για αυτό οι ιερόσυλοι επιδρομείς. Βία
και απειλές…πέντε μέρες μαρτυρίου. Οι προσχεδιασμένοι κατάλογοι του Sis θα
χρησιμοποιηθούν από τους επιδρομείς. Ο Γαβριήλ φαντάζεται τη συνέχεια. Μόνο που
αυτός και οι άλλοι μοναχοί δεν θα είναι παρόντες στη σύληση των κειμηλίων. Οι
Βούλγαροι σύντομα θα τους εκτοπίσουν στις 27 του ίδιου μήνα. Για να κλέψουν
ανενόχλητοι. Και θα γίνουν όλα δυστυχώς, όπως ο Γαβριήλ απεύχεται . Σαν να τα βλέπει μπροστά του:
28 και 29 Ιουνίου 1917. Οι πόρτες του καθολικού θα
ανοίξουν βίαια. Φωνές, σπρωξιές, χτυπήματα. Δεν θα τους σταματήσει τίποτα.
Φορτώνουν στα άλογά τους ό,τι βρίσκουν και το θεωρούν αξίας. Αξίας υλικής και
καλλιτεχνικής. Για τους γέροντες οι εικόνες, τα ευαγγέλια, τα χειρόγραφα έχουν
αξία πνευματική. Οι βάρβαροι ξεχύνονται
ύστερα στη Βιβλιοθήκη του Πύργου. Εκείνου του Πύργου που χτίστηκε, λένε, το
1304…εκεί που κατοίκησε η Ελένη, η σύζυγος του κράλη της Σερβίας Στέφανου Δουσάν…εκείνος
σεβάστηκε ως χριστιανός…οι άλλοι όχι… Ο Πύργος είχε ανακαινιστεί το 1500. Το
1876 μετατράπηκε σε Βιβλιοθήκη. Άκαιρη και άτυχη αποδείχτηκε η επιλογή. Μήπως άραγε θα ήταν καλύτερα αν δεν
είχαν μαζέψει τους βυζαντινούς κώδικες , που ήταν πρώτα διασκορπισμένοι κατά τη
συνήθεια και για πρακτικές ανάγκες σε διάφορα σημεία του καθολικού, των
παρεκκλησιών , των κελλιών, των κρυπτών και των κατηχουμενείων; Είχαν σκεφτεί
, πριν λίγα χρόνια, τότε που η μονή
άκμαζε οικονομικά, να τακτοποιήσουν τα χειρόγραφα και τους τόμους σε έναν χώρο,
καθαρό και περιποιημένο. Και να πού τους οδήγησε η σκέψη που πριν τους φαινόταν
καλή…Περγαμηνά και χαρτώα χειρόγραφα, σιγίλλια πατριαρχικά , φιρμάνια
οθωμανικά, χρυσόβουλα αυτοκρατορικά, κώδικες, νομοκανόνες, το Κτιτορικό Τυπικό,
ειλητάρια, όλα μαζεμένα και τακτοποιημένα στο καινούριο έπιπλο, σε σχήμα Π, από
το καλύτερο υλικό φτιαγμένο, από κυπαρισσόξυλο. Τα είχε όλα φροντισμένα εκεί ο
Γαβριήλ, που ήταν και ο Βιβλιοθηκάριος της Μονής. Τόσο πολύ αγαπούσε τα βιβλία
και τα γράμματα. Του τα δίδαξε στην Ιερατική Σχολή που λειτουργούσε μέσα στη
μονή ο πνευματικός του και ηγούμενος , Χρυσόστομος Δημητριάδης. Διάβαζε Πατέρες
της Εκκλησίας αλλά και Θουκυδίδη, Λυσία και άλλους αρχαίους Έλληνες. Όλα τα
βιβλία και οι τόμοι , όμως, τόσο καλά διευθετημένοι, θα γίνουν «δώρο» στα χέρια του εχθρού…θα
σαρωθούν μονομιάς. Ανεκτίμητοι θησαυροί στη διάθεση του εχθρού. Ήταν γνωστά
άλλωστε τα φημισμένα βιβλιογραφικά εργαστήρια της Μονής από παλιά. Εκεί που
αντέγραφαν, διακοσμούσαν, δημιουργούσαν τα χειρόγραφα και τα φιλοτεχνούσαν με
ωραίες σταχώσεις και τους μοναδικούς μεταλλικούς γόμφους. Εκεί που σκυμμένοι
εργάζονταν ταπεινά οι σιωπηλοί εργάτες
του Θεού, υπό το φως του κεριού…Οι ονομαστοί καλλιγράφοι της μονής…Ο Δούκας και
ο Νείλος πέντε αιώνες πριν…Ο Παρθένιος πριν από έναν αιώνα…
Και δεν ήταν μόνο τα χειρόφραφα και οι κώδικες, κάπου 313
θα τα υπολογίσει στον αριθμό εκ των υστέρων ο Γαβριήλ. Ήταν και άλλα πολλά,
θησαυροί ανυπολόγιστης αξίας, αμύθητου πλούτου… Θα γίνουν λεία των ομόδοξων ,
κατ᾿ όνομα Χριστιανών… Αργυρά επικαλύμματα Ευαγγελίων, δισκοπότηρα, αρτοφόρια, σμάλτινα
εξαπτέρυγα,ορειχάλκινα μανουάλια, καντήλια…Και, δεν το χωρεί ανθρώπου νους, θα
ξηλωθεί από τους ιερόσυλους ολόκληρος ο αρχιερατικός θρόνος, έργο μοναδικής στο
είδος της ξυλογλυπτικής τέχνης. Δεν θα τους εμοδίσει τίποτα να ισχυριστούν
αργότερα, όταν θα κοπάσει η μανία, ότι αυτά είναι έργα βουλγαρικής τέχνης, το
έχουν ήδη σκεφτεί…
Τα μάτια της ψυχής του Γαβριήλ δακρύζουν. Η ελπίδα και η
πίστη στον Κύριο, όμως, δεν τον εγκατέλειψαν ούτε επρόκειτο εμπρός στα
μελλοντικά δεινά, που δεν τα υπολόγιζε, να τον εγκαταλείψουν. Ο πόνος που τον
διαπερνούσε δεν ήταν για τον ίδιο, ο φόβος δεν ήταν για αυτόν. Όταν ο Πετρώφ
διέταξε να βασανιστούν οι Πατέρες, ο Γαβριήλ δεν τρόμαξε, δεν φοβήθηκε μην
πεθάνει. Λυπήθηκε για τους συμμοναστές του, τον πνευματικό του και ηγούμενο,
Χριστόφορο, τον Βησσαρίωνα, τον Ανδρόνικο και τόσους άλλους γέροντες , όταν
έβλεπε να δένονται μαζί με αυτόν και σιδηροδέσμιους να τους οδηγούν όλους έξω
από το αγαπημένο τους μοναστήρι. Η καρδιά τους μάτωνε μπροστά στο θλιβερό θέαμα.
Τα μάτια τους βούρκωναν. Έστρεφαν το βλέμμα τους στον ουρανό. Ο Κύριος ήταν
εκεί και έβλεπε…Έβλεπε πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος που πλάστηκε να επιλέγει ελεύθερα το καλό ή
το κακό…Προς στιγμή το κακό θριάμβευε. Και το κακό δεν είχε τελειωμό…
Στη
φυλακή των Σερρών αρχικά κάποιοι, στη Δράμα οι υπόλοιποι… Έτσι άκουσαν…Και
κατόπιν στη Βουλγαρία, στη Στάρα Ζαγορά…στη χώρα της εθνικιστικής έξαρσης, του
εθνοφυλετισμού και της Εξαρχίας. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται. Η Βουλγαρία
στο πλευρό των «Κεντρικών Δυνάμεων», της Αυστρίας και της Γερμανίας, νιώθει δυνατή
και φέρεται αλαζονικά.. Θα υποφέρουν κι άλλο, ο Γαβριήλ το νιώθει…το
ξέρει…μέχρι η μπόρα να κοπάσει και οι συνθήκες ειρήνης να τους επιτρέψουν να
ξαναγυρίσουν στη Μονή. Θα την ξαναφτιάξουν από την αρχή. Θα τους επιστραφούν τα
χειρόγραφά τους, κάποτε θα γίνει κι αυτό. «Δεν θα το βάλουμε κάτω, θα
υπομείνουμε με τη δύναμη του Θεού και της Παναγίας. Παναγιά μου, βοήθησέ μας!»,
ψιθύρισε ο Γαβριήλ Κουντιάδης, ιερομόναχος της Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών,
κατά κόσμον Γεώργιος Κούντιος , με καταγωγή από το Νέο Σούλι. Και αμέσως
θυμήθηκε το ποίημα της Μαρίας Κομνηνής Παλαιολογίνας από ένα χειρόγραφο του 11ου
αιώνα με ικετήριους ύμνους προς τη Δέσποινα Παρθένο. Το είχαν κι αυτό στη
Βιβλιοθήκη της Μονής…Και σαν να άκουσε , θαρρείς , την Παναγιά από ψηλά να του απαντά πως «πάλι με χρόνια, με καιρούς,
πάλι δικά μας θα ᾿ναι…» «Έχει ο Θεός!», είπε και έκανε τον σταυρό του.
Ζαμπάκης Θεόδωρος