Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Συνέντευξη με το σεβασμιότατο Μητροπολίτη Σερρών και Νιγρίτης, κ. Θεολόγο



1) Θα σας παρακαλούσαμε να μας αφηγηθείτε με το δικό σας ξεχωριστό τρόπο την ιστορία της αρπαγής από τους Βουλγάρους των χειρογράφων και κειμηλίων της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών.

Κοιτάξτε παιδιά, είναι πραγματικά μία πολύ θλιβερή ιστορία. Δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται η κλοπή των κειμηλίων είτε από  το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου, είτε από την Μητρόπολη είτε από τον παλιό Μητροπολιτικό μας ναό. Όταν λέμε κειμήλια,  εννοούμε ιερά σκεύη, εννοούμε ιερά άμφια, εννοούμε χειρόγραφα, εννοούμε βιβλία, εννοούμε χρυσόβουλα αυτοκρατορικά, εννοούμε πατριαρχικά σιγίλια. Με λίγα λόγια όλο τον πνευματικό ή πολιτιστικό πλούτο της Εκκλησίας των Σερρών. Δεν είναι δηλαδή απλά μία κλοπή του κοινού ποινικού δικαίου, να το πούμε έτσι, αλλά είναι μία κλοπή, η οποία έγινε για συγκεκριμένους στόχους και για συγκεκριμένους λόγους που έχουν να κάνουν με γεωπολιτικές στρατηγικές, οι οποίες έχουν να κάνουν με τη θεωρία της γείτονος χώρας, της Βουλγαρίας. Οι Βούλγαροι δεν θεωρούν ότι έκλεψαν από εμάς κειμήλια, επειδή θεωρούν ότι αυτός ο τόπος τους ανήκει, δηλαδή ότι έχουν κάθε ηθικό και νομικό δικαίωμα να μας τα αφαιρέσουν. Πάνω στην κλοπή χτίζουν αλυτρωτισμούς, εθνικούς αλυτρωτισμούς, και αυτό είναι το πιο σοβαρό και το πιο επικίνδυνο. Δεν είναι δηλαδή ότι απλά ήρθαν εδώ εκμεταλλευόμενοι τις τότε ιστορικές συγκυρίες και έκλεψαν κάποια πράγματα, τα οποία τα έβαλαν στα μουσεία τους. Και θα σας πω το εξής: όταν πριν από κάποια χρόνια στείλαμε μία επίσημη επιστολή ως Εκκλησία στο Πατριαρχείο Βουλγαρίας και σε επίσημους φορείς της Βουλγαρίας, μας είπαν ότι αυτά τα κειμήλια είναι κληρονομιά του Βουλγαρικού λαού. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό; Δεν είναι μια κλοπή ποινικού δικαίου, αλλά υπάρχει από κάτω ένα υπόστρωμα αλυτρωτισμού και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο και το πιο δύσκολο.  Όμως αυτό δεν αντέχει στην ιστορία, διότι η περιοχή μας εδώ ήταν πάντοτε ελληνική, διότι οι επιγραφές που υπάρχουν στα κειμήλια είναι ελληνικές, δεν είναι Βουλγαρικές, δεν είναι Σλαβικές, διότι αυτά τα κειμήλια έχουν μέσα ψυχή και ταυτότητα και η ψυχή και η ταυτότητά τους είναι ελληνική. Αυτά τα έκαναν οι πατέρες μας και τα προσέφεραν στην εκκλησία εις ένδειξη της ευλάβειας και του σεβασμού τους προς την εκκλησία και προς το Θεό. Τα βιβλία, τα κείμενα, τα χρυσόβουλα, τα αυτοκρατορικά  έγγραφα, αποδεικνύουν περίτρανα την ελληνικότητα  της περιοχής και την πίστη των Πατέρων. Αυτό ως μία απάντηση στο ερώτημα σου. Η κλοπή αυτών των χειρογράφων, αυτών των κειμηλίων αφορά σε όλη την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη κυρίως. Τα ίδια υπέστη και το Μοναστήρι της Εικοσιφοίνισσας, τα ίδια υπέστη και το μοναστήρι της Παγγαιώτισσας στην Καβάλα, στην Ξάνθη. Μιλάμε δηλαδή  για ένα γενικότερο σχέδιο, δεν είναι δηλαδή ένα πλιάτσικο που έγινε κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες  υπό Βουλγαρική κατοχή. Άρα μιλάμε για ένα σχέδιο που έχει να κάνει με εδαφικές, αλυτρωτικές διεκδικήσεις. Αυτή είναι η αλήθεια ανεξάρτητα  αν την αρνούνται οι γείτονες μας. Στο εθνικό μουσείο της Σόφιας εκτίθενται κάποια από αυτά τα κειμήλια, τα οποία έκλεψαν από εδώ από την περιοχή μας. Μπαίνοντας μέσα στην είσοδο του μουσείου υπάρχει ένας τεράστιος χάρτης της μεγάλης Βουλγαρίας, όπου εδώ τα μέρη μας μέχρι το Νέστο περιλαμβάνονται στη μεγάλη Βουλγαρία. Πρόκειται περί κλοπής και μάλιστα ιδιάζουσας στη βάση ενός οργανωμένου σχεδίου, που είχε να κάνει με τον αφελληνισμό της περιοχής, που είχε να κάνει με τα γεγονότα του τέλους του 19ου αιώνα, με τη δημιουργία της Βουλγαρικής εξαρχίας και με την προσπάθεια να αποκοπεί το κομμάτι αυτό από τον Ελληνισμό και με όχημα την εκκλησία να προσκολληθεί στο Βουλγαρικό κράτος. Να διαβάσετε ή να ανατρέξετε στο internet, να δείτε το Εξαρχικό θέμα, τι ήταν η Βουλγαρική Εξαρχία, τι σκοπούς είχαν, τι ήταν ο Μακεδονικός Αγώνας, ο οποίος είναι αυτές τις ημέρες επίκαιρος, ποιοι ήταν οι κομιτατζήδες και τι δουλειά έκαναν, τι έκαναν οι πρόγονοί μας για να διαφυλάξουν την ελληνικότητα, την αδιαμφισβήτητη ελληνικότητα της περιοχής. Οι Σλάβοι ήρθαν εδώ στην Βαλκανική τον 7ο αιώνα, πριν όμως από αυτούς για πολλούς, πολλούς αιώνες εδώ υπήρχαν Έλληνες και ζούσαν Έλληνες. Πρέπει να ξέρετε ότι η πόλη των Σερρών μαρτυρείται από τον Ηρόδοτο ήδη από τον 5ο π. Χ. αιώνα. Άλλοι ιστορικοί λένε ότι οι πρώτες αναφορές μαρτυρούν ένα μικρό πόλισμα στις Σέρρες από το 800, 900 ή και 1000 π .Χ. Άρα μιλάμε για μία παρουσία ελληνική πάνω από 3.000 χρόνια. Ποιος λοιπόν  έχει το δικαίωμα να διαγράψει αυτή την ιστορία στο βωμό κάποιων συμφερόντων; Η κλοπή λοιπόν των κειμηλίων έχει να κάνει με αυτή την άποψη, με αυτή την αντίληψη. Σε πρώτη φάση η κλοπή έγινε το 1917, όταν έχουμε τους Βουλγάρους και πάλι εδώ στην περιοχή των Σερρών ως κατοχική δύναμη και η δεύτερη φάση έγινε το 1941-42, όταν ήταν ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Οι Βούλγαροι ήτανε σύμμαχοι των Γερμανών και ως σύμμαχοί τους συμφώνησαν η περιοχή εδώ να είναι κάτω από την δική τους κατοχή. Η περιοχή μας εδώ από τον Στρυμόνα και προς τα εδώ προς την πλευρά δηλαδή της Ανατολικής Μακεδονίας ήταν κάτω από την κατοχή των Βουλγάρων. Από τον Στρυμόνα και προς την Θεσσαλονίκη υπήρχε γερμανική κατοχή, είχαν μοιράσει δηλαδή την περιοχή στα δύο. Από την μια μεριά του Στρυμόνα οι Βούλγαροι με τις θηριωδίες και τις ωμότητες τους και από τη άλλη πλευρά του Στρυμόνα προς την Θεσσαλονίκη οι Γερμανοί, οι οποίοι ήταν και αυτοί βέβαια εξαιρετικά σκληροί και αδυσώπητοι απέναντι στον τόπο και τον ελληνικό πληθυσμό. Τότε λοιπόν εκμεταλλευόμενοι οι Βούλγαροι τη δύναμη των όπλων και ότι ήταν κατοχική δύναμη έκλεψαν από την εκκλησία των Σερρών, από το μοναστήρι του Προδρόμου και από τους Αγίους Θεοδώρους και από άλλες εκκλησίες  τα ιερά αυτά κειμήλια. Αλλά να ξέρετε ότι δεν έγινε έτσι τυχαία, ούτε απρογραμμάτιστα. Η Βουλγαρία από τα τέλη του 19ου αιώνα και κυρίως στις αρχές του 20ου αιώνα είχε καταγράψει με διάφορους τρόπους κειμήλια τα οποία υπήρχαν εδώ. Έτσι λοιπόν, όταν είχε την εξουσία και τη δύναμη, ήξερε πού πήγαινε στοχευμένα και τι έπρεπε να πάρει. Υπήρχε ένας Τσέχος αρχαιολόγος, ο Βλαδιμήρ Σις, ο οποίος ήταν όργανο της Βουλγαρικής προπαγάνδας, πληρωμένο όργανο, ο οποίος παρουσιαζόταν ως αρχαιολόγος, δημοσιογράφος, περιηγητής και ήρθε εδώ στην περιοχή μας, κατέγραψε όλα τα κειμήλια των μοναστηριών και των εκκλησιών και παρέδωσε  τη λίστα αυτή στη Βουλγαρική κυβέρνηση. Έτσι λοιπόν, όταν ήρθαν εδώ οι Βούλγαροι ως δύναμη κατοχής ήξεραν πού και τι θα βρουν. Ήτανε δηλαδή σχεδιασμένο το έγκλημα. Φεύγοντας θα σας δώσω ένα βιβλίο να διαβάσετε περισσότερα.

2) Τα χειρόγραφα της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου που έχουν κλαπεί αποτελούν αναμφισβήτητα τεκμήρια της Ιστορίας των Σερρών και της ευρύτερης περιοχής με ανεκτίμητη ιστορική, πολιτιστική, θρησκευτική, καλλιτεχνική και συναισθηματική αξία.

α) Θα παρακαλούσαμε να μας μεταφέρετε ποιες ενέργειες έγιναν από εσάς ή τους προκατόχους σας εκκλησιαστικούς άρχοντες για να επιστραφούν στον τόπο που τα γέννησε και που δικαιωματικά ανήκουν.

Και εγώ και οι προκάτοχοί μου, κυρίως ο Μητροπολίτης Μάξιμος αλλά και άλλοι όπως ο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος Μεγγρέλης και ο Κωνσταντίνος Καρδαμένης  ζητάμε επί  σειρά ετών με γράμματα, με επιστολές εντός και εκτός Ελλάδος στους Προέδρους, στους Πρωθυπουργούς, στους Υπουργούς Εξωτερικών, στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας, προς τον Πατριάρχη Βουλγαρίας, προς την Βουλγαρική Κυβέρνηση την επιστροφή των κειμηλίων στον τόπο τους. Γι ’αυτό και τα κειμήλια εδώ της Μακεδονίας μας έχουν ονομαστεί τα «Ελγίνεια της Βορείου Ελλάδος». Όπως δηλαδή οι Βρετανοί  μέσω του Λόρδου Έλγιν έκλεψαν τα μάρμαρα του Παρθενώνα και τώρα είναι στο Βρετανικό Μουσείο και εμείς ζητούμε να μας τα επιστρέψουν, το ίδιο ισχύει και για εδώ.

β) Τι προτίθεστε να κάνετε στο μέλλον προς αυτή την κατεύθυνση για τα «Ελγίνεια της Μακεδονίας μας» όπως εύστοχα αποκλήθηκαν και δεδομένης της πεισματικής άρνησης της γειτονικής μας χώρας να τα επιστρέψει  εκεί από  όπου βίαια αποσπάστηκαν σε καιρούς δίσεκτους  για τη χώρα μας;

Σας είπα ήδη ότι ο αγώνας είναι συνεχής και δεν έχουμε εγκαταλείψει αυτό τον αγώνα. Πρόσφατα κατά το μήνα Νοέμβριο εγώ ο ίδιος επισκέφθηκα τον Πατριάρχη της Βουλγαρίας, τον Νεόφυτο, στον οποίο έδωσα επιστολή και του έθεσα το θέμα και τον παρακάλεσα, γιατί ένα κομμάτι από αυτά τα κειμήλια βρίσκεται στο κράτος της Βουλγαρίας, αλλά ένα άλλο κομμάτι βρίσκεται στην εκκλησία της Βουλγαρίας. Τους είπα λοιπόν με απλά λόγια να κάνουν αυτοί την αρχή εφόσον λένε ότι καταλαβαίνουν το δίκιο του αιτήματος μας και να επιστρέψουν στην εκκλησία των Σερρών αυτά τα οποία έχουν ως εκκλησία. Βέβαια ο πατριάρχης μου απάντησε με πολύ ευγένεια ότι καταλαβαίνει το δίκαιο αίτημα μας αλλά το θέμα είναι πολύ περίπλοκο, γιατί περιπλέκεται και η πολιτική. Αυτό δηλαδή που σας είπα. Εμείς όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα συνεχίσουμε τον αγώνα. Μπορεί να φαίνεται ότι είναι ατελέσφορος. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς πρέπει να σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε, έστω και αν φαίνεται ανθρωπίνως αδύνατο. Εμείς θα κάνουμε τον αγώνα μας και από εκεί και πέρα αφήνουμε τον αγώνα μας στην κρίση της ιστορίας, της αληθείας και κυρίως στα χέρια του Θεού.

γ) Πρόσφατα ενημερωθήκαμε από το περιοδικό  Άγιος Νικήτας της Μητροπόλεώς μας (τεύχος Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου) πως σε επίσκεψή σας στο πατριαρχικό Μέγαρο της Σόφιας  επιδώσατε στον Πατριάρχη  κ. Νεόφυτο επιστολή σας, με την οποία ζητείτε την  αρωγή της Βουλγαρικής Εκκλησίας για την επιστροφή των κλαπέντων ιερών κειμηλίων από την Εκκλησία των Σερρών, κατά τα έτη 1913,1917,και 1942. Θα είχατε την καλοσύνη  να μας μεταφέρετε το γενικότερο κλίμα και τις προθέσεις των εκεί εκκλησιαστικών αρχόντων;

Ευγενής ήταν ο Πατριάρχης, ένας σεβαστικός άνθρωπος με αγάπη και τα λοιπά, αλλά η ουσία είναι αυτή που σας είπα. Αναγνωρίζουμε ότι έχετε δίκιο να έχετε την ευαισθησία, μα το θέμα είναι πολύ περίπλοκο και εμπλέκεται και η πολιτική εξουσία. Και να σας πω και τούτο, διότι εσείς είστε νέα παιδιά και το μέλλον θα είναι δικό σας. Και αυτή την στιγμή στην Βουλγαρία υπάρχουν ισχυρότατοι κύκλοι, οι οποίοι δεν έχουν απομακρυνθεί από τις ιδέες τους τις παλιές, ότι εδώ είναι τόπος δικός τους και ότι πρέπει η περιοχή μας ολόκληρη να ενσωματωθεί στη Μεγάλη Βουλγαρία, διότι οι Βούλγαροι ανέκαθεν επιζητούσαν έξοδο στη θάλασσα, στο Αιγαίο Πέλαγος. Γι’ αυτούς είναι θέμα γεωστρατηγικής σημασίας, ύψιστης σημασίας και εδώ εμείς είμαστε το εμπόδιο. Άρα λοιπόν να μην νομίζουμε ότι οι Βούλγαροι έχουν αλλάξει μυαλά. Δεν έχουν αλλάξει, απλά επειδή βρίσκονται κάτω από το κράτος μιας κρίσεως δεν μπορούν τώρα αυτό να το υλοποιήσουν. Αλλά να μην τρέφουμε  αυταπάτες ότι στο μυαλό τους παραμένουν αυτές οι ιδέες, γι’ αυτό και δεν αποδίδουν τα κλεμμένα κειμήλια, διότι όπως σας είπα πολύ απλά θεωρούν ότι είναι δικά τους, δικός τους πολιτισμός.

3) Ποια είναι η θέση σας για τα χειρόγραφα και άλλα έντυπα που έχουν επιστραφεί σύμφωνα με τη συνθήκη του Νεϊγύ και βρίσκονται σήμερα σε άλλα Μουσεία της χώρας μας; Θα μπορούσαν να επιστραφούν στο φυσικό τους χώρο κατά τα πρότυπα πολλών άλλων μοναστηριών όπως αυτό της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, του Αγίου Όρους ή τη Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο; Επισκεφτήκαμε πρόσφατα τη νέα βιβλιοθήκη της Μονής και θαυμάσαμε το χώρο και το υλικό. Είναι πολύ δύσκολο να γίνει κάτι αντίστοιχο και με κάποια χειρόγραφα της Mονής;

Αυτό, παιδιά μου είναι ένας πόνος. Eγώ έχω κάνει κατά καιρούς κάποιες προσπάθειες, αλλά συνάντησα τοίχο. Δηλαδή, κάποια από τα βιβλία που είχαν κλαπεί επιστράφηκαν είναι αλήθεια το ’23 στη βάση της συνθήκης του Νεϊγύ, αλλά  όχι  τα πολύτιμα, όχι τα αρχαία, αλλά  τα δεύτερης  ας πούμε αξίας. Κάποια βρίσκονται στη Εθνική Βιβλιοθήκη, κάποια  βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, κάποια αντικείμενα βρίσκονται στο Μουσείο Μπενάκη και στο αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών. Εγώ ναι, θα ήθελα να επιστραφούν,  αλλά μην πάτε μακριά. Ξέρετε ότι στη βιβλιοθήκη των Σερρών   υπάρχουν μέσα σε κιβώτια,  στην αποθήκη της βιβλιοθήκης, πολλά  βιβλία από το μοναστήρι του Τιμίου  Προδρόμου και  έχω παρακαλέσει να επιστραφούν στο μοναστήρι αντί να είναι σε αυτές τις αποθήκες και μέσα στα κιβώτια. Είναι πλούτος, είναι πράγματα τα οποία  ανήκουν στους Σερραίους.  Τέλος πάντων και να ξέρετε καμιά φορά αυτοί οι Βούλγαροι  μας το επιστρέφουν σαν αντεπιχείρημα και αυτό αδυνατίζει τον δικό  μας αγώνα. Μας λένε «πάρετε πρώτα από τις δικές σας βιβλιοθήκες  τα βιβλία και μετά να σας δώσουμε κι εμείς αυτά που πήραμε». Αυτό είναι ένα γενικότερο θέμα που έχει να κάνει με τον Αθηνοκεντρισμό, που έχει να κάνει με μια γενικότερη θεώρηση  των πραγμάτων από την πρωτεύουσα. Από την πλευρά τους βέβαια εντάξει κανείς δεν αρνείται ότι εκεί υπάρχουν οργανωμένες  δομές . Εξάλλου η γνώση ανήκει σε όλους τους ανθρώπους και δεν είναι μόνο για τους ολίγους. Η γνώση πρέπει να ανήκει σε όλους και η δυνατότητα στη γνώση είναι δημοκρατικό δικαίωμα των πολιτών. Λέμε βέβαια ότι τώρα με τις δυνατότητες της τεχνολογίας  μπορεί καθένας από το σπίτι του μέσα από το κομπιούτερ  να μπει στη βιβλιοθήκη και να τα δει αντί να τρέχει, αλλά δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.  Ίσως τα παλαιότερα χρόνια να μην υπήρχε η δυνατότητα φιλοξενίας όπως τώρα. Τώρα όμως εδώ στη Μητρόπολή μας έγινε ένα Μουσείο, στο οποίο έχετε πάει, το Κειμηλιαρχείο. Έγινε η προσπάθεια με πολύ κόπο, με πολλά έξοδα, για να υπάρχει ο χώρος να στεγαστούν τα κειμήλια. 

4) Πώς βρίσκετε την ιδέα ενός Μουσειακού χώρου στον οχυρωματικό Πύργο (περίφημη Βιβλιοθήκη ως το 1917) με φωτογραφικό υλικό από Κώδικες, μικροφίλμ τουλάχιστον -εφόσον δεν υπάρχουν τα αυθεντικά - φωτογραφίες και αρχειακό υλικό με την εικόνα της Μονής από παλαιότερες εποχές;

Κοιτάξτε να δείτε, εγώ θα προτιμούσα τα κειμήλια να επιστραφούν στο μοναστήρι. Εκεί  υπάρχει η δυνατότητα και γίνονται τόσα έργα. Υπάρχουν οι χώροι πια να εκτεθούν, αυτό θα είναι το σωστό και το δίκαιο. Ο πύργος που υπάρχει στο μοναστήρι έξω είναι άδειος, εκεί μέσα υπήρχαν τα κειμήλια τα περισσότερα, άρα λοιπόν υπάρχουν οι χώροι. Το σωστό θα ήταν να πάνε εκεί. Εάν και πάλι αυτό είναι αδύνατον για κάποιους λόγους, ως μία εναλλακτική λύση θα ήταν καλό να δημιουργηθούν οι κατάλληλοι χώροι για να μπορούν και πάλι αυτά να εκτίθενται. Αυτά όμως θα είναι αντίγραφα δηλαδή φωτογραφίες. Ως ιδέα δεν είναι κακή, όμως το δίκαιο και το πρέπον είναι τα αυθεντικά κειμήλια να επιστραφούν στον τόπο τους.

5) Θα μπορούσε κατά την γνώμη σας να τονώσει τον τουρισμό των Σερρών η προβολή της μονής του Τιμίου Προδρόμου με έμφαση στα κλεμμένα χειρόγραφα με προσέλευση και ειδικού επιστημονικού προσωπικού;

Αυτό δεν είναι το πρώτο ζητούμενο, διότι αυτό βάζει μέσα ένα κίνητρο ολίγον δεύτερης αξίας. Το πρώτιστο κίνητρό μας είναι η δικαιοσύνη και η αλήθεια. Το ζητούμενο είναι να επιστραφούν τα κειμήλια στο φυσικό τους χώρο, είτε είναι ο ναός των Αγίων Θεοδώρων, είτε είναι το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. Όσον αφορά το θρησκευτικό λεγόμενο τουρισμό η έκφραση αυτή είναι βέβαια της μόδας, αλλά δεν είναι σωστή, διότι στα μοναστήρια και στους ναούς δεν πάμε ως τουρίστες, πάμε ως προσκυνητές. Τα μοναστήρια και οι ναοί δεν προορίζονται για τουρισμό. Στους ναούς και στα μοναστήρια πάμε οδηγούμενοι πρωτίστως από την πίστη μας και από την ανάγκη της ψυχής μας να τραφεί και όλα τα άλλα ακολουθούν. Και τα χειρόγραφα  και τα κειμήλια και οι εικόνες έχουν ως υπόβαθρό τους την πίστη. Δεν είναι απλοί ζωγραφικοί πίνακες. Βλέπετε  εδώ πέρα ας πούμε αυτές τις αγιογραφίες, δεν είναι ζωγραφικοί πίνακες αυτοί, είναι εικόνες, είναι δηλαδή εργαλεία της πίστεως. Το ίδιο ισχύει και για τους ναούς και τα μοναστήρια. Οι ναοί και τα μοναστήρια δεν είναι τουριστικοί προορισμοί, όπως θα πάει κανείς ας πούμε στη Μύκονο, ή όπως θα πάει κανείς στον Παρθενώνα ή όπως θα πάει δεν ξέρω κι εγώ πού αλλού. Οι ναοί και τα μοναστήρια είναι τόποι λατρείας, τόποι αγιασμού, τόποι όπου ξεκουραζόμαστε πνευματικά. Η απάντησή μου λοιπόν  στην ερώτηση είναι να επικρατήσει πρώτα απ’όλα η αλήθεια και η δικαιοσύνη και μετά εξ’αυτού θα προέλθουν και όλα τα υπόλοιπα. Ωστόσο  να μην βάλουμε μπροστά το δεύτερο ή το τρίτο, διότι αυτό δείχνει μία ευτέλεια στο εγχείρημα.

6) Μοναχός και επί χρόνια βιβλιοθηκάριος της Μονής υπήρξε ο πατήρ Γαβριήλ Κουντιάδης, συντοπίτης μας, που μας άφησε πολύτιμα ιστορικά στοιχεία τόσο για το ίδιο το μοναστήρι όσο και για το χωριό μας, το Νέο Σούλι. Με ποιο τρόπο πιστεύετε εμείς ως μαθητική κοινότητα θα μπορούσαμε να τιμήσουμε την μνήμη του;

Ναι, πρώτα απ’ όλα χαίρομαι που το ξέρετε. Πρώτα απ’ όλα να μάθετε ποιος ήτανε αυτός ο Μοναχός, τι έκανε. Δεύτερον, να μιμηθείτε την ζωή του. Όχι να γίνεται μοναχοί και μοναχές εσείς, αλλά να εμπνευστείτε από τα δικά του πιστεύω. Λέει ο Άγιος  Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «τιμή αγίου μίμησης αγίου», δηλαδή τιμούμε τους Αγίους, όταν προσπαθούμε να μιμηθούμε τη ζωή τους. Έτσι λοιπόν και εσείς, αν θέλετε να τιμήσετε την μνήμη του συντοπίτη σας, να διαβάζετε για την προσωπικότητα του  και να αγωνιστείτε και εσείς να εμπνέεστε από τα ίδια ιδανικά από τα οποία εμπνέονταν και εκείνος. Αυτή είναι η καλύτερη τιμή στον συντοπίτη σας. Να είστε αντάξιοι απόγονοι ενός προγόνου σας, ο οποίος ήταν πράγματι σπουδαία προσωπικότητα. Πώς τιμάμε τους γονείς μας; Πώς τιμάτε τους γονείς σας; Όταν αγωνίζεστε να είστε όμοιοι με τους γονείς σας στα καλά. Αυτό σημαίνει τιμή.

7) Την περσινή σχολική χρονιά ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα της Σερραϊκής εκκλησίας μέσα από το ραδιοφωνικό σταθμό του Ράδιο Κιβωτός, συμμαθητές μας από τη Γ΄ Γυμνασίου παρουσίασαν μέρος Εργασίας τους στην τοπική Ιστορία με θέμα τη Μετανάστευση (Οι Νεοσουλιώτες στη Διασπορά). Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα και ευχάριστη εμπειρία και θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε από κοντά σαν τον πνευματικό πατέρα και την ψυχή του όλου εγχειρήματος. Είμαστε πρόθυμοι να  το επαναλάβουμε και με τη φετινή μας εργασία στο μέλλον. Τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε ως μαθητές για να συμβάλλουμε με τον τρόπο μας στην ανάδειξη των παραπάνω θεμάτων;

Τα παραπάνω θέματα αφορούν ασφαλώς  τα όσα κουβεντιάσαμε για τα κειμήλια της Εκκλησίας των Σερρών. Κι εγώ σας ευχαριστώ που ανταποκριθήκατε σ΄αυτό το κάλεσμα. Συγκεντρώστε όλο το υλικό, δουλέψτε το και ελάτε να το παρουσιάσετε μέσα από το ραδιόφωνο. Εγώ θα σας περιμένω με πολλή χαρά και να μου πείτε πότε για να σας ακούσω.

Η Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης έχει ήδη εκδώσει ένα ευσύνοπτο και καλαίσθητο ημερολόγιο για το 2019 με την ιστορία της αρπαγής  των κειμηλίων και χειρογράφων τόσο από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου όσο και από το Μητροπολιτικό ναό των αγίων Θεοδώρων  από τους βόρειους γείτονές μας. Σας συγχαίρουμε και σας ευχαριστούμε πολύ που συντηρείτε στη μνήμη των Σερραίων το παρελθόν και την Ιστορία αυτού του κομματιού της μαρτυρικής και ηρωικής  Μακεδονίας μας  σε καιρούς ιδιαίτερα επικίνδυνους και δύσκολους .



Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

Συνέντευξη στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών με τη μοναχή Θεολογία


1)   Γνωρίζουμε ότι στην μονή υπήρχε αντιγραφικό κέντρο και δημιουργήθηκε μεγάλος αριθμός χειρογράφων (μεμβράνινων και χαρτώων) με υπέροχες απεικονίσεις. Ποιες πληροφορίες έχουμε για την παραγωγή αυτή της Μονής ;

Δεν γνωρίζουμε πάρα πολλά, αλλά γνωρίζουμε ότι στη Βυζαντινή Εποχή υπήρχαν πατέρες που είχαν αυτό το διακόνημα, οι λεγόμενοι καλλιγράφοι, οι οποίοι είχαν τα ειδικά σύνεργα τους και όλοι μαζί αντέγραφαν διάφορα χειρόγραφα, θρησκευτικού και ιστορικού κυρίως περιεχομένου, αλλά και από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Έχουν σωθεί τα ονόματα κάποιων Πατέρων που εδώ αντέγραφαν  και ήταν ο μοναχός Νείλος, ο Ιωάννης Δούκας, ο Νεοκαισαρίτης, ο Μανουήλ, ο Μητροφάνης, ο Ματθαίος, ο Κυπριανός και ο Παρθένιος. Τα ονόματα αυτά έχουν σωθεί από τις υπογραφές που έβαζαν στο τέλος και έλεγαν ότι τελείωσαν αυτό το έργο με τη βοήθεια του Θεού ή επικαλούνταν στην αρχή το Όνομά Του για να ξεκινήσουν το έργο τους. Επίσης ο πατριάρχης, ο Άγιος Γεννάδιος Σχολάριος, που έζησε εδώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του μετά την Άλωση, έφερε μαζί του πολύ σημαντικά χειρόγραφα από την Κωνσταντινούπολη. Όπως ξέρετε το Μοναστήρι μας είχε σύνδεση με το κέντρο της αυτοκρατορίας, γιατί ήταν και πολύ σημαντικό μοναστικό κέντρο αλλά και γιατί ήταν σε κομβικό σημείο στα σύνορα της αυτοκρατορίας με τους Βουλγάρους αλλά και επειδή οι κτήτορες της Μονής είχανε άμεση σχέση με τη βυζαντινή αυλή. Ήταν γνωστοί με τους αυτοκράτορες για αυτό και μπόρεσαν να βοηθήσουν σε σημαντικές στιγμές το μοναστήρι μας.



     2)   Μπορείτε να μας περιγράψετε την ημέρα ενός αντιγραφέα χειρογράφων; Πώς θα ήταν η καθημερινότητά του; Έπρεπε να έχει και άλλα διακονήματα;

Το διακόνημα του αντιγραφέα των χειρογράφων ήταν ένα από πιο δύσκολα και υπεύθυνα σε ένα μοναστήρι. Διότι παρόλο που είναι καθιστική εργασία χρειάζεται προσοχή, λεπτομέρεια, λεπτό και καλλιτεχνικό χέρι. Επίσης απαραίτητη είναι η μεγάλη υπομονή και η προσήλωση, ώστε το αποτέλεσμα να είναι τέλειο κατά την ανθρώπινη δύναμη. Χρειάζεται προσευχή για να είναι ο νους καθαρός και φωτισμένος, καθώς τα περισσότερα χειρόγραφα αφορούσαν την Αγία Γραφή και τους λόγους των Αγίων Πατέρων. Μέσα από αυτή την πνευματική και σωματική εργασία όλων των μοναχών-αντιγραφέων έφθασαν ως τις μέρες μας άφθαρτα τα θεόπνευστα κείμενα του Ευαγγελίου, διακοσμημένα με υπέροχες και ανεξίτηλες μικρογραφίες. Σίγουρα ο αντιγραφέας θα αισθανόταν την ευθύνη της παράδοσης ενός κειμένου στις επόμενες γενιές, γι’ αυτό και εκτός από την προσοχή στη γραφή και τη διακόσμηση είχε και την υπευθυνότητα να διατηρεί τον πάπυρο και τη μεμβράνη σε άριστη κατάσταση, καθώς και τα σύνεργα της αντιγραφής και της μικρογραφίας. Επειδή μάλιστα ήταν ένα αρκετά χρονοβόρο διακόνημα δεν μπορούσε πιθανότατα να αναλάβει περισσότερα διακονήματα κατά την διάρκεια  της ημέρας.
Σίγουρα οι Πατέρες σηκώνονταν το βράδυ όπως όλοι οι μοναχοί για να κάνουν την προσευχή τους. Οι Πατέρες επειδή ήταν αντρικό το μοναστήρι είχαν πάντα ιερείς οπότε θα είχαν σίγουρα Θεία Λειτουργία και συνήθως τελειώνουν, όπως ξέρουμε από άλλα αντρικά μοναστήρια, γύρω στις 6 η ώρα το πρωί. Ξεκουράζονταν λίγο και μετά άρχιζαν τα διακονήματα όπως λέγεται, δηλαδή τη δουλειά που είχε κάθε μοναχός. Τώρα αν είχαν άλλα διακονήματα δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Σήμερα πάντως κάθε αδερφή έχει πολλά διακονήματα δεν έχει μόνο ένα. Τότε όμως επειδή η καλλιγραφία ήταν πολύ υπεύθυνο και δύσκολο διακόνημα έπρεπε να ήσουν πολύ συγκεντρωμένος, να μην κάνεις λάθη. Οπότε το πρωί ξεκινούσαν κατευθείαν τη δουλειά  τους, έκαναν τον σταυρό τους για να πάνε όλα καλά, έπαιρναν  την ευχή του γέροντα. Απ’ ότι ξέρουμε από περιγραφές, καθότανε και στα γόνατά του είχε το άδειο το χειρόγραφο, αυτό που θα αντέγραφε. Απέναντι του σε ένα αναλόγιο ας πούμε, είχε αυτό που έπρεπε να βλέπει και δεξιά του είχε τα σύνεργα της γραφής (κοντύλι, κάποιο είδος γόμας) και σιγά-σιγά ξεκινούσε, αλλά υπήρχαν πολλά προβλήματα. Θα έπρεπε να ήταν συγκεντρωμένος, να μην κάνει λάθη, γιατί μετέφερε μια ολόκληρη παράδοση και ήταν πολύ σημαντικό. Για παράδειγμα ένα έργο του Αριστοτέλη. Δεν έπρεπε να κάνει κανένα λάθος. Επίσης τα γράμματά του θα έπρεπε να είναι καθαρά και ευανάγνωστα και τέλος θα έπρεπε στο τέλος να διακοσμήσει το χειρόγραφό του με μικρογραφίες. Να ξεκινούσε δηλαδή με ένα ωραίο πρωτόγραμμα ας πούμε.

-         Ο ίδιος τα έκανε όλα αυτά ;

Ναι, υπήρχαν αντιγράφοι που το έκαναν αυτό και το τελείωναν το βιβλίο, δηλαδή έκαναν τη στάχωση αν ήταν από μεμβράνη που ήταν δέρμα ζώου κατεργασμένο έπρεπε να το διπλώσουν σε σελίδες, να το ετοιμάσουν και μετά να κάνουν  τη στάχωση, δηλαδή να το δέσουν κι όλας. Το παρέδιδαν έτοιμο το χειρόγραφο. Βέβαια υπήρχε στο Μοναστήρι και μία ομάδα που είχε βιβλιοδετείο, οπότε κάποιοι άλλοι πατέρες μετά, για διευκόλυνση, το παρελάμβαναν και έκαναν τη βιβλιοδεσία. Επειδή ήταν πολλοί οι Πατέρες λογικά είχαν χωριστεί σε ομάδες. Έτσι υπήρχε μια αλληλουχία. Ξεκινούσαν την αντιγραφή, ο επόμενος το έπαιρνε, το έδενε και μετά υπήρχαν οι μοναχοί που ήταν βιβλιοθηκάριοι που θα έπρεπε να το βάλουν στη σωστή θέση στη βιβλιοθήκη.


    3)   Η αντιγραφή των χειρογράφων γινόταν σε ειδικό χώρο της Μονής ή ο κάθε αντιγραφέας στον προσωπικό του χώρο; Υπάρχουν σχετικές μαρτυρίες;

Οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι αναφέρονται συνήθως σε μοναστήρια που είχαν αντιγραφικά εργαστήρια. Αυτό σημαίνει ότι μια ομάδα μοναχών εργάζονταν σε ένα ειδικό χώρο με τα απαραίτητα σύνεργα, τον κατάλληλο φωτισμό και τον υπεύθυνο που συντόνιζε τα έργο. Αρκετά συχνά έπρεπε εκτός από τις ανάγκες της Μονής, να διεκπεραιώσουν και κάποιες παραγγελίες που αναλάμβαναν και αποτελούσαν ένα σημαντικό έσοδο για την αδελφότητα. 
Οι μαρτυρίες γενικά από το μοναστήρι μας είναι περιορισμένες λόγω της λεηλασίας που έγινε από τους Βουλγάρους γι’ αυτό και δεν έχουμε πολλά στοιχεία. Όμως, επειδή είχαν μεγαλύτερη ακμή στη Βυζαντινή Εποχή (13ο – 16ο αιώνα) μπορούμε να συγκρίνουμε τι γινόταν στο Βυζάντιο και στη Κωνσταντινούπολη. Υπήρχε ειδικός χώρος όπου εκεί συγκεντρώνονταν όσοι ήταν αντιγραφείς, έκαναν αυτή τη δουλειά, είχαν και τα σύνεργά τους εκεί μέσα στα ειδικά ντουλαπάκια τους. Το κελί τους το είχαν μόνο για προσευχή και για ξεκούραση. Οπότε ήταν ομάδες που ίσως ο καθένας βοηθούσε τον άλλον, αντάλλασσαν απόψεις για τη διακόσμηση ή σε κάποιο δύσκολο ή πολύ μεγάλο κείμενο να δούλευαν συλλογικά μοιράζοντας το σε κομμάτια για λόγους ξεκούρασης. Σίγουρα υπήρχε κάποια συνεργασία μεταξύ τους. Μπορεί για παράδειγμα να ήταν δάσκαλος και μαθητής και να συνεργάζονταν. Επίσης υπήρχε και το πρόβλημα να έχει υποστεί κάποια φθορά το πρότυπο και να έπρεπε να καταλάβουν ακριβώς τη σωστή λέξη, τη σωστή ορθογραφία ή να μαντέψουν. Ήταν μεγάλη ευθύνη, γιατί αν μετά το μετέφεραν λάθος θα διαιωνίζονταν το λάθος, ενώ αν το διόρθωναν θα πήγαινε σωστά.


    4)   Ποιες πληροφορίες έχουμε για τον πύργο της Μονής; Πώς λειτουργούσε η Βιβλιοθήκη;

Ο Πύργος της Μονής είναι από τα πρώτα κτίσματά της, δηλαδή των αρχών του 14ου αιώνα. Είναι χαρακτηριστικό κτίριο σε όλα τα βυζαντινά μοναστηριακά συγκροτήματα (π.χ. Αγίου Όρους) και ο αρχικός ρόλος του ήταν αμυντικός. Σε ώρα ανάγκης μπορούσαν να μείνουν μέσα οι μοναχοί για αρκετό καιρό και να επιβλέπουν την περιοχή από τα παράθυρα- πολεμίστρες. Γι΄ αυτό το λόγο υπήρχε δεξαμενή που συγκέντρωνε εσωτερικά το βρόχινο νερό. Στον τρίτο όροφο του Πύργου (που δεν σώζεται σήμερα) είχαν κτίσει οι Πατέρες παρεκκλήσι του Ευαγγελισμού, που δυστυχώς καταστράφηκε από φωτιά. Το 1857 στον δεύτερο όροφο του Πύργου κατασκευάστηκε το έπιπλο της Βιβλιοθήκης, όπου τοποθετήθηκαν τα χειρόγραφα που είχαν οι μοναχοί στις μικρές βιβλιοθήκες των κελιών τους και σε βοηθητικούς χώρους κοντά στο ναό. Έτσι δημιουργήθηκε η λαμπρή και ονομαστή συλλογή της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, μια από τις μεγαλύτερες των Βαλκανίων. Αποτελούνταν από θεολογικά και ιστορικά χειρόγραφα, Ευαγγέλια και τους μεγάλους Κώδικες που περιείχαν το « Τυπικό» του Αγίου Ιωάννου του Κτήτορος καθώς και χρυσόβουλα Βυζαντινών αυτοκρατόρων. 
Ο πύργος της Μονής μας κτίστηκε το 1304 από τον δεύτερο κτήτορα της μονής, ο οποίος ήταν ο ανιψιός του πρώτου. Ο πύργος γενικά σαν κτήριο στα βυζαντινά μοναστηριακά συγκροτήματα θεωρείται αμυντικό κτήριο. Είναι σε γωνία του μοναστηριού και είναι χτισμένο για ώρα ανάγκης. Εκεί έμπαιναν οι μοναχοί για να κρυφτούν ή να κρύβουν θησαυρούς και κειμήλια εάν υπήρχε κάποια εξωτερική επίθεση. Για το λόγο αυτό είναι πολύ ψηλός και δεν έχει πολλά παράθυρα για να μπορούν να είναι αποκλεισμένοι οι Πατέρες σε ώρα ανάγκης. Αργότερα  τα διάφορα χειρόγραφα του μοναστηριού απ’ ότι διαβάζουμε στο προσκυνητάρι, στο παλιό ιστορικό της μονής μας, ήταν σε διάφορα σημεία διασκορπισμένα. Δεν υπήρχε κάποια σειρά και τάξη. Ο Ηγούμενος Χριστόφορος το 1876 συγκέντρωσε όλη αυτή τη συλλογή που υπήρχε και τα ανέβασε πάνω στον Πύργο προσεκτικά. Ο ίδιος έκανε την οργάνωση και την ταξινόμηση. Απ’ ότι γράφει ο ίδιος, στα πιο ψηλά ράφια έβαλε κάποιες μεμβράνες που ήταν πιο πολύτιμες. Αμέσως από κάτω έβαλε τα χάρτινα χειρόγραφα και πιο κάτω έβαλε τα βιβλία τα πιο απλά και πιο μικρά για να υπάρχει πρόσβαση και να μπορούν να τα χρησιμοποιούν πιο εύκολα και πιο συχνά οι πατέρες. Από τότε ο Πύργος μετατράπηκε σε βιβλιοθήκη που ήταν μία από τις μεγαλύτερες στην περιοχή των Βαλκανίων. Είχε θρησκευτικά χειρόγραφα, αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, Ιστορία, Χημεία, Ιατρική, Γεωμετρία και είχε και νομοκάνονες, δηλαδή συλλογές κανόνων της εκκλησίας αλλά και νόμων του κράτους. Είχε μεγάλη ποικιλία και για την εποχή εκείνη ήταν κάτι πολύ προχωρημένο για ένα μοναστήρι. Οι Πατέρες είχαν μεγάλη δραστηριότητα και δεν αρκούνταν μόνο στα θρησκευτικά έργα αλλά  είχαν μεγάλη  ποικιλία επιστημών. Βέβαια μετά έγινε η λεηλασία από τους Βουλγάρους το 1917. Δυστυχώς μπόρεσαν να μπουν και στον Πύργο να πάρουν όλα τα χειρόγραφα, να τα φορτώσουν σε μουλάρια και να τα οδηγήσουν από εδώ στη Βουλγαρία. Δεν αρκέστηκαν όμως στα χειρόγραφα, πήραν και κειμήλια και άλλα πολλά. Οι Βούλγαροι αυτά τα είχαν κρυμμένα για πολλά χρόνια, ήταν ένα μυστικό για τη Βουλγαρία και ιδιαίτερα στην κουμμουνιστική εποχή δεν υπήρχε πρόσβαση. Το 1990 ο κ. Κατσαρός, ο οποίος είχε πάει κρυφά και τα ανακάλυψε στα υπόγεια που τα είχαν τότε σαν φοιτητής-μελετητής, σ’ ένα επίσημο συνέδριο έκανε επίσημη ανακοίνωση και άρχισαν από εκεί και πέρα πολλές διαμαρτυρίες να επιστραφούν, ξεκίνησε η προσπάθεια που γίνεται ακόμη και σήμερα για να επιστρέψουν πίσω. Τώρα βέβαια στον πύργο της Μονής έχει γίνει κάποια συντήρηση στην εποχή μας, γιατί έτρεχαν νερά από την στέγη, αλλά δεν λειτουργεί ακόμη σαν βιβλιοθήκη. Έχουμε κάποια ελάχιστα παλιά αντικείμενα, έντυπα βιβλία και όχι αυθεντικά χειρόγραφα και θα δούμε στο μέλλον τι θα συμβεί. Σχετικά με το έπιπλο που ευτυχώς καταφέραμε και το συντηρήσαμε, είναι πάρα πολύ όμορφο και έχει συρόμενα τζάμια μπροστά σε σκούρο ξύλο. Φυσικά ο πύργος σαν κτήριο είχε και κάποιες αλλαγές, γιατί στη βυζαντινή εποχή υπήρχε στον τελευταίο όροφο πάνω, όταν ήταν πιο ψηλός, το παρεκκλήσι του Ευαγγελισμού. Όπως αναφέρεται στο ιστορικό της Μονής εκεί δίπλα υπήρχαν κάποια παλάτια όπου εκεί έμενε η σύζυγος του Στέφανου Δουσάν η Ελένη η όποτε ερχόταν εδώ η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, γιατί ήταν άβατο το μοναστήρι και οι γυναίκες δεν μπορούσαν να μπουν πιο μέσα εκείνη την εποχή. Οπότε έμεναν εκεί και χρησιμοποιούσαν το Παρεκκλήσι του Ευαγγελισμού για λατρευτική χρήση. Αργότερα λόγω κάποιας φωτιάς που ξέσπασε εκεί γύρω καταστράφηκε ο πάνω όροφος με το παρεκκλήσι, χαμήλωσε το κτήριο, έμεινε η βιβλιοθήκη και ο κάτω όροφος και έπειτα έγινε το παρεκκλήσι του Ευαγγελισμού λίγο πιο κάτω από εδώ. Το παρεκκλήσι αυτό είναι μεταγενέστερο.


      5)   Από πού προμηθεύονταν οι μοναχοί την πρώτη ύλη για τα χειρόγραφα;

Η πόλη των Σερρών ήταν ένα από τα εμπορικά κέντρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθώς ήταν σε κομβικό σημείο όπου περνούσαν τα καραβάνια από και προς την Ανατολή. Έτσι μπορούσαν να προμηθεύσουν και τους ενδιαφερόμενους για τις πρώτες ύλες της αντιγραφής. Ένας από τους μοναχούς είχε το διακόνημα να κατεβαίνει στην πόλη και να αγοράζει ό,τι χρειαζόταν η αδελφότητα. Αργότερα (19ος αι.) υπήρχε ένας μοναχός λεγόμενος αντιπρόσωπος της Μονής, ο οποίος έμενε στο μετόχι της στις Σέρρες και διεκπεραίωνε όλες τις υποθέσεις, εμπορικές, λογιστικές, τον ανεφοδιασμό του Μοναστηριού κ.ά. Ακόμη αν σκεφτούμε πως επί Οθωμανικής κυριαρχίας μια αντιπροσωπεία από Πατέρες έφθασε μέχρι τον Κριτή στη Διώρυγα του Σουέζ για μια σοβαρή υπόθεση, τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι μπορούσαν άνετα να έχουν σχέσεις και με τις αγορές άλλων χωρών καθώς είχαν και οι ίδιοι προσεγμένα μοναστηριακά προϊόντα.
Οι πατέρες από όσο ξέρουμε δεν χρησιμοποιούσαν πάπυρο, χρησιμοποιούσαν την μεμβράνη η οποία ήταν κατεργασμένα δέρματα ζώων και ήταν πολύ πιο ανθεκτικό υλικό, γιατί ο πάπυρος τριβόταν εύκολα. Πιστεύω ότι την προμηθεύονταν από την Κωνσταντινούπολη, καθώς το μοναστήρι είχε πολλές σχέσεις με την Πόλη, υπήρχε άμεση επικοινωνία και ήταν εκεί και το κέντρο του εμπορίου. Βέβαια είναι και ο δρόμος μας πολύ κοντά στα σύνορα περνούσαν αρκετά καραβάνια έξω από εδώ οπότε το εμπόριο ήταν πολύ εύκολο, είτε από τη Θεσσαλονίκη που ήταν το πρώτο κέντρο είτε από την Κωνσταντινούπολη.


   6)   Έχουμε πληροφορίες ότι στη Μονή λειτουργούσε ιερατική Σχολή. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη μεγάλης και καλής Βιβλιοθήκης. Ποιες πληροφορίες έχουμε σχετικά με τα παραπάνω; 

Όπως είπαμε υπήρχε μεγάλη βιβλιοθήκη, υπήρχε τότε και η ονομασία «Το Μοναστήρι των Γραμμάτων»  για τους λόγους που προαναφέραμε.  Υπήρχαν πολλοί πατέρες μορφωμένοι, υπήρχε μεγάλη βιβλιοθήκη, αντιγραφικό εργαστήριο και ο ίδιος ο Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος ήρθε να μείνει στο μοναστήρι μας καθώς εδώ μπορούσε να μελετήσει και να γράψει πολλά  βιβλία. Η Ιερατική Σχολή  λειτούργησε το  1870 μέχρι το 1883 επίσημα. Βέβαια πάντα οι πατέρες από την ίδρυση του μοναστηριού έκαναν μαθήματα, γιατί κι ο ίδιος ο Άγιος Ιωάννης ο Κτήτορας που από δύο ετών ήρθε να ζήσει στο μοναστήρι, έκανε ήδη μαθήματα μέσα στο μοναστήρι. Υπήρχε γενικά αυτή η παράδοση, δηλαδή οι μεγαλύτεροι πατέρες δίδασκαν στους μικρότερους ή σε διάφορους άλλους  που έρχονταν από την πόλη των Σερρών. Αργότερα την περίοδο που σας είπα 1870-1883 λειτούργησε επίσημα με έγγραφο του κράτους η Ιερατική Σχολή και διδάσκονταν ιερή ιστορία, φυσική, μαθηματικά, ιστορία και αρχαία ελληνική γραμματεία. Ένας από τους τελευταίους δασκάλους και πιο γνωστούς που έγραψε και την ιστορία της μονής μας ήταν ο Χριστοφόρος Προδρομίτης, ο οποίος ήταν πολύ λόγιος και συγκέντρωσε πολλά στοιχεία από όλη την ιστορία της Μονής μας και μας παρέδωσε το προσκυνητάρι. Εμείς όμως έχουμε ένα αντίγραφο καθώς το αυθεντικό δεν υπάρχει, γιατί έχει κλαπεί από τους Βουλγάρους. Ωστόσο το προσκυνητάρι αυτό μάς δίνει κάθε λεπτομέρεια για την ιστορία της Μονής μας, το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό και βασικό στοιχείο.


    7)   Ποια η επιθυμία - το όραμα της Μονής σχετικά με τα χειρόγραφα της Ιεράς Μονής που βρίσκονται στη Σόφια αλλά και στην Αθήνα;

Στη Σόφια, στην Αθήνα και στη Σέρρες έχει μερικά στη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Δεν γνωρίζω αν είναι από τα πιο παλιά ίσως να είναι και έντυπα, αλλά υπάρχουν κάποια. Το όραμα της Μονής μας είναι τώρα που υπάρχει αδελφότητα που μπορεί να φυλάξει τα κειμήλια της Μονής και που τα κτήρια συντηρούνται και υπάρχουν προδιαγραφές σε σχέση με τη θερμοκρασία και  την υγρασία, να μπορούμε όλα να τα προβλέψουμε, είναι να μπορέσουν να επιστραφούν όλα τα κειμήλια της Μονής μας, να έρθουν στο φυσικό τους χώρο, εδώ που γεννήθηκαν να υπάρχουν και να γίνει κάποιο ωραίο μουσείο, ώστε να μπορεί ο κόσμος να τα βλέπει και να τα μελετούμε και εμείς και όλοι οι επιστήμονες που ασχολούνται με αυτά. Πρόσφατα είχαμε πάει στο Βυζαντινό Μουσείο στην Αθήνα και είδαμε κάποια χειρόγραφα δικά μας και πονέσαμε πολύ που τα είδαμε σε άλλο χώρο. Τουλάχιστον τα έχουν όμορφα σε κάποιες προθήκες και δεν είναι πεταμένα κάπου. Όπως και όλη η Ελλάδα αυτό το πρόβλημα έχει. Υπάρχουν στην Ευρώπη κλεμμένοι θησαυροί που κοσμούν τα δικά τους μουσεία. Πιστεύουμε πως ο Τίμιος Πρόδρομος που είναι και προστάτης της Μονής και αυτός τα κανονίζει όλα να τακτοποιήσει και αυτό το θέμα όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Έχουν γίνει ενέργειες, έχουμε μιλήσει και με τη Σόφια αλλά οι Βούλγαροι είναι λίγο δύσκολοι στις διαπραγματεύσεις, δεν δέχονται και πολλά. Στείλανε σε ψηφιακή μορφή κάποια από τα χειρόγραφα αλλά όχι ολοκληρωμένα. Στείλανε την αρχή και το τέλος και έτσι φάνηκε ότι το έκαναν από υποχρέωση και όχι επειδή ήθελαν να μας βοηθήσουν.


     8) Θα μπορούσε να αξιοποιηθεί/ να επαναλειτουργήσει ο Πύργος της Βιβλιοθήκης;

Ναι, η συντήρηση που έγινε θα βοηθήσει στη λειτουργία της μονής. Σαν κτήριο έχει στερεωθεί, είναι σε πολύ καλή κατάσταση αλλά πρέπει να μπει ηλεκτρικό ρεύμα που δεν είχε, πρέπει να διορθωθεί το θέμα της υγρασίας και όλα τα σχετικά. Εμείς θέλουμε να το κάνουμε κάποια στιγμή, χρειάζονται ωστόσο και τα ανάλογα χρήματα. Βέβαια είναι λίγο δύσκολη η πρόσβαση στον πύργο, το σκεφτόμαστε και αυτό. Ωστόσο  στην καμένη πτέρυγα που είναι απέναντι και θα γίνει στο μέλλον κάποια ανακαίνιση κάποια στιγμή και εκεί ίσως κάνουμε κάποιον χώρο .


  9)   Ένας από τους πατέρες της Μονής υπήρξε και ο συμπατριώτης μας  ιερομόναχος Γαβριήλ Κουντιάδης (1876-1966). Υπήρξε λόγιος μοναχός που άφησε Λεύκωμα του Σουμπάσκιουϊ, με πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τη γενέτειρά του το Νέο Σούλι αλλά και τη Μονή της Μετανοίας του, τον Τίμιο Πρόδρομο. Μπορείτε να μας μεταφέρετε κάποιες πληροφορίες για τη ζωή του στο Μοναστήρι;

Ο πατήρ  Γαβριήλ Κουντιάδης  ήρθε σχετικά σε  νεαρή ηλικία εδώ στο μοναστήρι μας και παρόλο που δεν ήταν μορφωμένος, δεν είχε τελειώσει κάποιο πανεπιστήμιο, κάποια σχολή, είχε τόσο μεγάλο ζήλο να μορφωθεί που μόνος του διάβαζε, μελετούσε και έφτασε στο σημείο να αντιγράψει ό,τι θυμόταν από τους κώδικες που έκλεψαν οι Βούλγαροι. Τόσο πολύ! Καταρχήν έγραψε την ιστορία της Μονής, έγραψε ένα μικρό λεύκωμα με φωτογραφείς, έγραψε την ιστορία για το Νέο Σούλι και ασχολήθηκε πολύ με τη βυζαντινή μουσική. Έμαθε εδώ από τους πατέρες βυζαντινή μουσική, έψαλε, δίδασκε και στους νεότερους και υπάρχουν ακόμη πολλοί Σερραίοι που είχαν μάθει εδώ μαζί του να ψέλνουν μέσα από τα μαθήματα. Έγραψε πολύ σημαντικά βιβλία και μάλιστα όταν ήταν στην εξορία- ήταν από τους λίγους που επέζησε- ήταν άνθρωπος γερής κράσης και μάλιστα έγραψε και εκεί στην εξορία μουσικά κείμενα, τα όποια μετά τα συγκέντρωσε και έβγαλε ένα πολύ ωραίο βιβλίο. Αγαπούσε πάρα πολύ το μοναστήρι. Όταν επέστρεψε από την εξορία το βρήκε κατεστραμμένο με ελάχιστους πατέρες, γιατί οι περισσότεροι είχαν πεθάνει εκεί. Στο βιβλίο του το καταγράφει αυτό και γράφει για την μεγάλη του στενοχώρια. Με μεγάλη μελαγχολία περιγράφει τις εντυπώσεις του από το κατεστραμμένο μοναστήρι. Δάσκαλός του ήταν ο Χριστοφόρος Προδρομίτης που έγραψε το πρώτο μεγάλο ιστορικό της Μονής, οπότε και αυτός του έμαθε πολλά, κρατούσε σημειώσεις και μετά έγραψε το βιβλίο. Του άρεσε ό,τι ακούει και μαθαίνει να το καταγράφει.  Σε πολλά βιβλία και χειρόγραφά του που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν στο μοναστήρι μας υπάρχουν πολλές σημειώσεις του. Είχε κρατήσει για πολλά χρόνια το γραφείο του μοναστηριού, δηλαδή κρατούσε τα λογιστικά βιβλία. Τι πουλούσαν οι πατέρες, τι έπαιρναν, τι έδιναν με μεγάλη  λεπτομέρεια και κάποια από αυτά τα βιβλία υπάρχουν. Ήταν και βιβλιοθηκάριος, είχε κάνει πολύ μεγάλο και σπουδαίο έργο. Πολλά χρόνια υπηρέτησε με αυταπάρνηση στο μοναστήρι ακόμα και όταν ήταν μεγάλος σε ηλικία και άρρωστος δούλευε με όλη του την ψυχή. Μετά έφυγε κάποια χρόνια από το μοναστήρι γιατί δεν υπήρχε εδώ η δυνατότητα να ζήσουν οι πατέρες, οι συνθήκες ήταν πολύ άθλιες, έγινε ηγούμενος στο μοναστήρι της  Αγίας  Αναστασίας  έξω από τη Θεσσαλονίκη  και μετά στη Σέρρες υπηρέτησε σε κάποιες εκκλησίες καθώς  και στο Νέο Σούλι και ήρθε εδώ στο τέλος της ζωής του. Κοιμήθηκε το 1966. Τον βρήκαν ξαφνικά μέσα στο κελί του και αργότερα έμαθαν πως πέθανε από καρδιακή προσβολή. Ήταν από τους τελευταίους πατέρες και άφησε πίσω του ένα τεράστιο έργο.
Έχουν εκδοθεί κάποια βιβλία όχι τα αυθεντικά χειρόγραφα. Τώρα αυτό το αυθεντικό λεύκωμα από το Σουμπάσκιοϊ δεν το έχουν βρει και το μουσικό βιβλίο που έβγαλε το είχε εκδώσει πριν χρόνια η Μητρόπολη Σερρών. Τα αυθεντικά δεν έχουν σωθεί, γιατί τότε δεν υπήρχε κάποια αδελφότητα να τα προσέχει. Πολλοί μαθητές του τα πήραν ή τα έκλεψαν. Μετά την κοίμησή του όλα διασκορπίστηκαν, επειδή δεν υπήρχε κάποιος πατέρας να τα προσέχει.