Ο ιερομόναχος Γαβριήλ
Κουντιάδης (κατά κόσμον Γεώργιος Κούντιος) γεννήθηκε το 1875 ή 1876 στο χωριό
Σουμπάσκιοϊ (σημερινό Νέο Σούλι) των Σερρών από φτωχική οικογένεια. Ήταν ο
μοναχογιός από τα τρία παιδιά του Κωνσταντίνου και της Ελένης Κούντιου. Τα
πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη δημοτική σχολή του χωριού του, που τότε
στεγαζόταν σε οίκημα δίπλα από την κεντρική εκκλησία, για 5 χρόνια (1883-1888)
από τον δάσκαλο και ψάλτη Κωνσταντίνο Ζαγορίτη, καταγόμενο από την Ήπειρο.
Όταν έγινε 17 ετών, άφησε τα εγκόσμια, πήγε στη Μονή
Τιμίου Προδρόμου Σερρών και φοίτησε στην τότε περίφημη Ιερατική Σχολή της, όπου
κι εκάρη μοναχός με το όνομα Γαβριήλ. Ευτύχησε να έχει πνευματικό του δάσκαλο
και καθοδηγητή τον τότε Ηγούμενο της Μονής Χριστόφορο Δημητριάδη, η
προσωπικότητα του οποίου είχε πολύ μεγάλη επίδραση στο νεαρό μοναχό Γαβριήλ. Κοντά
του έμαθε τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, τους Πατέρες της Εκκλησίας, την
Ελληνική Χρηστομάθεια καθώς και τη Βυζαντινή Μουσική. Σαν ιερομόναχος κατείχε
σχεδόν μόνιμα τη θέση του βιβλιοθηκάριου της Μονής κι έφτασε μέχρι το αξίωμα
του Αρχιμανδρίτη.
Ως βιβλιοθηκάριος της Μονής κατέγραψε τα βιβλία της πλούσιας
βιβλιοθήκης, ταξινόμησε τους κώδικες, τα χρυσόβουλα και τα ειλητάρια, προτού
λεηλατηθούν από τους Βουλγάρους και μεταφερθούν στη Σόφια.
Κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής κατοχής, το πρωινό του 1917 έκπληκτοι οι κάτοικοι του Νέου
Σουλίου άκουσαν τον δημόσιο κήρυκα, που
γύριζε από μαχαλά σε μαχαλά, να λέει: "Κατά διαταγή της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως,
όλοι οι άνδρες του χωριού από 17-60 ετών πρέπει να παρουσιαστούν στο δημοτικό
σχολείο (στο χώρο που στεγάζεται σήμερα το γυμνάσιο), για να σταλούν στη
Βουλγαρία ως όμηροι. Οι παραβάτες θα παραπέμπονται στο στρατοδικείο." Η ίδια
διαταγή ακουγόταν σ ’όλα τα χωριά της Αν. Μακεδονίας, στην πόλη των Σερρών αλλά και στο μοναστήρι του Τιμίου
Προδρόμου.
Το δρόμο της εξορίας πήρε και ο π. Γαβριήλ Κουντιάδης μαζί με το μοναχό Θεοδωρίδη Χρυσόστομο. Οι παραπάνω συνελήφθησαν στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου από
Βούλγαρους οπλοφόρους στις 27 και 28-06-1917. Οι Βούλγαροι είχαν εκτοπίσει τους
ιερωμένους του νέου Σουλίου, όπως και όλους τους ιερείς της Αν. Μακεδονίας (συνολικά 213), στο Σεβλίεβο της Βουλγαρίας με την υπόσχεση ότι θα είναι
ελεύθεροι. Δύο μήνες αργότερα όμως με τη δικαιολογία ότι η παρουσία Ελλήνων
ιερέων που κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην πόλη φανατίζει και εξοργίζει του
Βουλγάρους, συλλαμβάνονται, κλείνονται μέσα σε στάβλους για πέντε μήνες και στη
συνέχεια αποστέλλονται σε καταναγκαστικά έργα. Άλλοι σκάβουν δρόμους ή σπάζουν
πέτρες, άλλοι δουλεύουν σε πλούσιους ιδιοκτήτες και άλλοι καθαρίζουν στάβλους
και αποπάτους. Για 16 συνολικά μήνες ταπεινώνονται και εξευτελίζονται με
ημερήσια τροφή 200 γραμμάρια ψωμί και λαχανόζουμο.
Στη διάρκεια της ομηρίας του ο Ιερομόναχος Γαβριήλ Κουντιάδης, παρά τις κακουχίες που πέρασε,
όχι μόνο επέζησε χάρη στη μεγαλοθυμία κάποιου μάγειρα τουρκαλβανού (Κιαμήλ
Μπαϊράμ), ο οποίος γνώριζε και αγαπούσε τις Σέρρες και το Μοναστήρι, αλλά είχε
το κουράγιο να μελοποιήσει ύμνους (όπως το άξιον Εστί) και ν’ ασχοληθεί με τη
μελέτη και έρευνα της Βυζαντινής μουσικής. Επιπλέον έγραψε ένα τραγούδι - θρήνο για τους ομήρους, το οποίο
αρχίζει ως εξής:
« Τι κακό μας ήρθε,
μάνα μ’, τι κακό μας βρήκε,
Τι κακό μας βρήκε
όλους, μανούλα μ’,
Τι τύχη μας τύχη να
δουλεύω σκλάβος
μέσα στους Βουλγάρους.»
Επέστρεψε από την ομηρία τον Οκτώβριο του 1918
ύστερα από δραματική περιπέτεια 15 μηνών μαζί με όσους μοναχούς επέζησαν στο
λεηλατημένο και καταρημαγμένο Μοναστήρι. Εκεί συνέχισε τον μοναχικό του βίο
αθόρυβα, μελετώντας, ψάλλοντας ή συγγράφοντας μέχρι την επόμενη Βουλγαρική κατοχή του Β΄ Παγκοσμίου
πολέμου (1941-44). Τότε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μονή, όπως κι όλοι οι
άλλοι μοναχοί, κι έγινε ηγούμενος της Μονής της Αγίας Αναστασίας, στα Βασιλικά
Θεσσαλονίκης έως το 1945, όπου πρόσφερε κι εδώ τις πνευματικές του υπηρεσίες ως
Ηγούμενος, ως ιεροψάλτης κι ως δάσκαλος στην εκκλησιαστική Σχολή.
Επανήλθε στη Μονή Τιμίου Προδρόμου μετά την απελευθέρωση από
τη Βουλγαρική Κατοχή αλλά δεν μπόρεσε να μείνει για πολύ. Δεν άντεξε να βλέπει
τους κτιριακούς χώρους της κατεστραμμένους και επί πλέον να έχει τις συχνές
επιδρομές των ανταρτών του βουνού κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Γι’ αυτό έφυγε με
μεγάλο πόνο ψυχής, με την άδεια του τότε Μητροπολίτη Σερρών κι εγκαταστάθηκε
στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής στην πόλη των Σερρών, αφού πιο πριν είχε
υπηρετήσει ως εφημέριος σε διάφορα χωριά, όπως Πεπονιά, Νέο Σούλι, Άγιο Χριστόφορο
κ.ά.
Επανήλθε και πάλι στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, όπου αποδήμησε
εις Κύριον τον Ιανουάριο του 1966 σε ηλικία 91 ετών, μάλλον από καρδιακή
προσβολή.
Το πνευματικό έργο του Προδρομίτη γέροντα υπήρξε ποταμός
σοφίας και επιμονής. Δυστυχώς λόγω δυσμενών συγκυριών έμεινε ανέκδοτο και
χάθηκε. Σε όλη του τη ζωή προσφιλή αντικείμενα μελέτης, έρευνας και γραφής
υπήρξαν η λαογραφία, η ιστορία, η αρχαία και εκκλησιαστική γραμματολογία και η
πλούσια βυζαντινή μουσική. Το πνευματικό του έργο, διατήρησε σε υψηλή στάθμη την
πνευματικότητα της Ιεράς Μονής.
"... σαν μικρή απόδειξη σεβασμού και τιμής στο όνομα και το έργο του ιερομονάχου που τόσα προσέφερε στην Κοινότητά μας, στο Νομό Σερρών και στην Πατρίδα μας...,
αποφασίζει ομόφωνα
Ονομάζει την οδό την αρχομένη από την πλατεία Αγίου Γεωργίου μέχρι και της οικίας Χρήστου Δαμάσκου σε οδό Ιερομονάχου ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΟΥΝΤΙΑΔΗ".
ΠΗΓΕΣ
- Αναστάσιος Μπέγκος, Ο ιερομόναχος Γαβριήλ Κουντιάδης, ένας αυτοδίδακτος σοφός, Σερραϊκά Χρονικά, τ. 10ος, σελ 161-168.
- Αναστάσιος Μπέγκος, Νεοσουλιώτες Όμηροι Βουλγάρων 1917-18, Ανάτυπο από τον 15ο τόμο των Σερραϊκών Χρονικών, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρία Σερρών- Μελενίκου, Αθήνα 2004.
- Γεώργιος Κόκκινος, Νέο Σούλι Σερρών (Σουμπάσκιοϊ), Ιστορία – Λαογραφία, Σέρρες 1998.